Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Ήπειρωτικά-Ἓλληνες




Ἓλληνες: Στα ομηρικά έπη, Έλληνες ονομάζονταν τα μέλη ενός μικρού φύλου της Αχαΐας Φθιώτιδας, το οποίο μαζί με τους Μυρμιδόνες, τους Φθίους και τους Δόλοπες, ήσαν υπήκοοι του βασιλιά Πηλέα, πατέρα του Αχιλλέα. Αναφέρονται μάλιστα (Ιλιάς, Β 681-685) και οι οικισμοί τους : Πελασγικό Άργος, Τριχίνα, Άλος και Αλόπη.
Έχουν προταθεί διάφορες ετυμολογίες του ονόματος από τις ρίζες σαλ- (=προσεύχομαι, απ’ όπου και Σελλοί, οι ιερείς του Δία στην Δωδώνη), σελ- (=ξερός, ξεραίνω, απ’ όπου και η πόλη Σελινούς), ελλ- (=ορεινός), σελ- (=φωτίζω, απ’ όπου και σέλας, ήλιος). Έχει υποστηριχθεί (Α. Χατζής, Επιστ. Επετηρ. Φιλοσ. Σχολής Αθηνών 1935-36) ότι το όνομα προήλθε από την πόλη Ελλάδα (ελλάς ροή=ορεινό ρεύμα) κοντά στον ποταμό Σπερχειό, ο οποίος ονομαζόταν και ο ίδιος Ελλάδα.

Μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει οριστική απάντηση στο θέμα της ετυμολογίας, όπως επίσης και στο ζήτημα αν προηγήθηκε το όνομα του φύλου ή το όνομα της περιοχής. Ένα άλλο πρόβλημα που απασχόλησε την επιστημονική κοινότητα, ήταν και το γλωσσικό, δηλ. σε ποια διαλεκτική ομάδα ανήκε το φύλο των Ελλήνων. Εικάζεται ότι ανήκε στα αιολόφωνα φύλα, αλλά έχει υποστηριχθεί (βλ. Παν. Χρήστου: Οι Περιπέτ. εθν. ονομ. σελ. 41-42) ότι «…οι Έλληνες αποτελούσαν μια φυλετική ομάδα της Ηπείρου, η οποία λίγο πριν από τον Τρωϊκό πόλεμο είχε μεταναστεύσει νοτιοανατολικώτερα, στην Φθία…». Εάν όμως δεχθούμε αυτήν την άποψη, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι και η διάλεκτός του ανήκε στην Δυτική (Ηπειρωτική) ομάδα, όπου ανήκαν μεταξύ άλλων και οι Δωριείς. Κατά την άποψή μας, το ζήτημα παραμένει ανοικτό.
Πώς όμως γενικεύθηκε το όνομα και κάλυψε όλα τα ελληνόφωνα φύλα της Νότιας Ελλάδας και πώς πήρε το όνομα Ελλάδα ολόκληρη η χώρα;
Για το πρώτο ζήτημα υπάρχουν τρεις κατά βάση απόψεις:
α) Η πρώτη άποψη υποστηρίζει ότι το όνομα προέρχεται από ένα μικρό φύλο που ζούσε στην περιοχή της Δωδώνης και τα μέλη του ήσαν γνωστά ως Ελλοί ή Σελλοί. Το φύλο αυτό εξαφανίσθηκε και όσοι απέμειναν, απετέλεσαν μια ιερατική ομάδα αφιερωμένη στην λατρεία του Διός στην Δωδώνη. Σε αυτούς ανάγεται η ονομασία Έλληνες.
β) Η δεύτερη άποψη δέχεται ότι η ονομασία προήλθε από τους Έλληνες της Φθίας των ομηρικών επών, με διαδικασίες των οποίων αγνοούμε τις λεπτομέρειες, αλλά σε γενικές γραμμές πιστεύεται ότι το όνομα επεκτάθηκε από αυτούς τους Έλληνες, αρχικώς στα γειτονικά τους φύλα και από κάποια στιγμή και μετά, σήμαινε το σύνολο των ελληνικών ομάδων ως συλλογικό όνομα.
γ) Τέλος, υπάρχει και η άποψη (Γιοχάνες Βολφ: ΛΕΞΙΚΟΝ ΕΘΝΩΝ, ΕΘΝΟΤΗΤΩΝ, ΛΑΩΝ – «ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ», ΑΘΗΝΑ 1994), ότι η ονομασία ξεκίνησε από την Δελφική Αμφικτυονία. Όσα φύλα ήσαν μέλη της Αμφικτυονίας συμμετείχαν και στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ήλιδος και δέχονταν την διαιτησία των Ελλανοδικών (δωρικά) ή Ελληνοδικών (ιωνικά). Υπήρχε λοιπόν η κοινή ονομασία Έλληνες για τα φύλα αυτά. Οι Σπαρτιάτες ήσαν Έλληνες ενώ οι Αθηναίοι, που δεν συμμετείχαν μέχρι τα χρόνια του Σόλωνος και των Αλκμαιωνιδών, όχι. Όταν μπήκαν στην Αμφικτυονία οι Αθηναίοι έγιναν και αυτοί Έλληνες. Ανάλογη διαδικασία ακολούθησαν και οι Μακεδόνες, οι οποίοι αρχικά (επί του βασιλέως Αλεξάνδρου Α΄) ήσαν «φιλέλληνες» και αργότερα, όταν επί Φιλίππου Β΄ έγιναν μέλη της Αμφικτυονίας, θεωρήθηκαν Έλληνες. (Σημ. ΔΕΕ: αρκετά αμφιλεγόμενη θεωρία, η οποία δεν επιβεβαιώνεται από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα).
Για το άλλο ζήτημα, της ονομασίας όλης της χώρας, ο αείμνηστος καθηγητής Παν. Χρήστου αναφέρει (βλ. Περιπέτ. σελ. 42): «…πολύ ενωρίς, από την Ελλάδα της Φθίας επήρε αυτό το όνομα όλη η Στερεά, ενώ βαθμιαίως τούτο επεκτάθηκε και στις άλλες επαρχίες της Χερσονήσου και σε όλες τις άλλες ελληνοκατοικούμενες χώρες. Η Νότιος Ιταλία και η Σικελία ωνομάσθηκαν, όπως είναι γνωστό, Μεγάλη Ελλάς…».
Από πότε όμως το όνομα αρχίζει να χρησιμοποιείται με την γενικευμένη σημασία του;
«…Για πρώτη φορά το όνομα εμφανίζεται σε επίγραμμα του Αρκάδος αυλωδού Εχέμβροτου, όπου λέγεται ότι ο ίδιος αφιερώνει στον Ηρακλή άγαλμα, αφού νίκησε με τα μέλη του (την μουσική του, σημ. ΔΕΕ) και με τα προς τους Έλληνες ελεγεία του στους αγώνες των Αμφικτυόνων. Το επίγραμμα αναφέρεται στην Ολυμπιάδα 48/3 ήτοι στο έτος 584, αλλά φυσικά αγράφως πρέπει να ήταν σε χρήσι πολύ ενωρίτερα. Ενωρίτερα επίσης απαντάται στον Ησίοδο ο σύνθετος τύπος Πανέλληνες…» (Χρήστου, Περιπέτ. σελ. 42-43).

Καδμείοι: Συμβατική ονομασία του λαού που σύμφωνα με την παράδοση, με αρχηγό τον Κάδμο, κατέλαβε την Θήβα και κατέκτησε το μεγαλύτερο τμήμα της Βοιωτίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο (Α΄ 57).
Ο Στέφανος Βυζάντιος υποστηρίζει ότι ο όρος προέρχεται από την ακρόπολη των Θηβών, που κατά την παράδοση, ίδρυσε ο Κάδμος, την Καδμεία: «…Καδμεία πόλις = Θηβών ακρόπολις, αφ’ ης οι Θηβαίοι Καδμείοι και Καδμίωνες και Καδμείαι και το τείχος Καδμεία…».
Όπως απεδείχθη, πρόκειται για ένα προελληνικό αριοευρωπαϊκό φύλο, που έφθασε στην Βοιωτία από την Ήπειρο, για το οποίο υπήρχε μέχρι πρόσφατα αρκετή σύγχυση ως προς την καταγωγή του. Πολλοί ερευνητές, παρασυρμένοι από λανθασμένες ετυμολογίες αλλά και ασαφή χωρία αρχαίων κειμένων, θεωρούσαν τον επώνυμό τους ήρωα Κάδμο και τον λαό του, τους Φοίνικες, ως Σημίτες, φθάνοντας στο σημείο να θεωρούν ότι και το όνομα της Ευρώπης ανάγεται σε σημιτική ρίζα!
Ο καθηγητής και Ακαδημαϊκός Μ. Σακελλαρίου αντέκρουσε με πειστικά επιχειρήματα αυτές τις απόψεις και υποστήριξε ότι οι Φοίνικες του Κάδμου ήσαν ένα προελληνικό φύλο αριοευρωπαϊκής καταγωγής (βλ. Ιστορία Ελληνικού Έθνους - τόμος Α΄, σελ. 361).
Παραθέτουμε περιληπτικά στην συνέχεια, τα σπουδαιότερα αυτών των επιχειρημάτων:
«… Το όνομα του Κάδμου δινόταν σε ένα βουνό και σε ένα ποτάμι στα σύνορα της Καρίας με την Λυδία και την Φρυγία, σε έναν βράχο στα παράλια της νότιας Ιλλυρίας και σε έναν παραπόταμο του Θυάμιδος (Καλαμά) στην Ήπειρο. Είναι επίσης γνωστό ότι οι Κρήτες των ιστορικών χρόνων χρησιμοποιούσαν την λέξη κάδμος με τρεις σημασίες: «δόρυ, λόφος, ασπίς» που όλες τους σχετίζονται με την έννοια ύψος. Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί το όνομα Κάδμος δόθηκε σε βουνά και σε βράχους. Το γιατί δόθηκε και σε ποτάμια προκύπτει από την ετυμολογία της λέξεως που παράγεται από την ίδια ρίζα που υπάρχει και στο ελληνικό ρήμα κέκαδμαι, κέκασμαι «εξέχω, λάμπω». Η έννοια «εξέχω» ταιριάζει με το ύψος ενώ η έννοια «λάμπω» με την αντανάκλαση του φωτός στο νερό
το εθνικό Φοίν-ικες έχει θέμα που απαντά στην ελληνική (φοιν-ός = βαθυκόκκινος, φοιν-ίξαι, συνώνυμο με το αιμάξαι = φόνος με αρχική σημασία αίμα) και ένα επίθημα γνωστό από άλλα εθνικά ιδοευρωπαϊκών (αριοευρωπαϊκών) φύλων (Αίθικες, Τέμμικες, Γράϊκες ή Γραικοί, Θράϊκες ή Θράκες). Το όνομα Φοινίκη δινόταν επίσης στην Καρία και το όνομα Φοίνιξ δήλωνε βουνό και οχυρό της ιδίας χώρας («…κώμη ορεινή της Καρίας επί του ομωνύμου όρους…» κατά το Λεξ. Κυρ. Ονομ. - σημ. ΔΕΕ), καθώς και ποτάμι της Λυκίας, όπου ποτέ δεν εισχώρησαν Σημίτες Φοίνικες. Επίσης η Φοινίκη της Ηπείρου […πόλις παραθαλασσία και εμπορική της εν Ηπείρω Χαονίας…(Λ.Κ.Ο.) - σημ. ΔΕΕ], βρίσκεται έξω από τα όρια εξαπλώσεώς τους. Την ίδια ρίζα έχει και το εθνικό Φοινατοί που έφερε ένα Ηπειρωτικό φύλο. Το όνομα Φοίνικες επομένως δεν γεννήθηκε στα παράλια του Λιβάνου, αλλά δόθηκε από τους Έλληνες στον λαό που κατοικούσε εκεί, επειδή επιδιδόταν στην βαφή υφασμάτων με ένα βαθυκόκκινο χρώμα, το «φοινόν». Προηγουμένως όμως είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ως εθνικό ενός ινδοευρωπαϊκού φύλου εγκατεστημένου στον ελλαδικό χώρο.
Η Φοινίκη του Κάδμου δεν ήταν λοιπόν η χώρα των Σημιτών Φοινίκων, αλλά η Φοινίκη της Ηπείρου, που δεν απέχει πολύ από τον Κάδμο, τον παραπόταμο του Καλαμά (από εκεί κατάγονται οι Φοίνικες της Βοιωτίας). Οι Φοινατοί που αναφέραμε προηγουμένως, θα ήταν πιθανόν απόγονοι των αριοευρωπαίων Φοινίκων της Ηπείρου: τα δύο ονόματα διαφέρουν μόνον στα επιθήματα, Φοίν – ικ – ς, Φοιν – ατ – ός.

                                Χάλκινο νόμισμα Φοινίκης της Ηπείρου
(επιγραφή: Φοινικαίων-τέλη 3ου αιώνα π.Χ.)

Σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτοί οι Φοίνικες έπρεπε να θεωρηθούν ελληνικό φύλο. Υπάρχουν όμως δύο αντενδείξεις: α) Όταν οι Έλληνες εισχώρησαν στο εσωτερικό της Καρίας στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων διαπίστωσαν ότι τα ονόματα Κάδμος και Φοίνιξ χρησιμοποιούνταν ήδη ως ονόματα ποταμών, βουνών και πόλεων, αλλά και στην ίδια την Καρία παλαιότερα (Φοινίκη). Άρα οι ονοματοθέτες αυτών των γεωγραφικών όρων θα ήσαν κάποια άλλα ινδοευρωπαϊκά στοιχεία εγκατεστημένα εκεί παλαιότερα και β) Ο Καδμίλος, θεία μορφή των μυστηρίων της Σαμοθράκης, έχει όνομα παραπλήσιο του Κάδμου και το γεγονός αυτό ερμηνεύεται αν λάβουμε υπ’ όψη ότι ταυτιζόταν με τον ιθυφαλλικό Ερμή. Αλλά αυτά τα μυστήρια ήσαν αρχαιότερα από την εκεί εγκατάσταση των Ελλήνων. Για τους λόγους αυτούς θεωρούμε τους Φοίνικες του Κάδμου όχι ελληνικό φύλο, αλλά στοιχείο άλλου ινδοευρωπαϊκού λαού…». (Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄ σελ. 361)
Σύμφωνα με τις παραδόσεις, οι Καδμείοι δηλ. οι Φοίνικες του Κάδμου, κατέκτησαν την Βοιωτία, αφού υπέταξαν τους παλαιότατους κατοίκους της περιοχής, σχετικά με τους οποίους όμως υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των αρχαίων πηγών.
Έτσι, ο μεν Εκαταίος υποστηρίζει ότι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής υπήρξαν οι Λέλεγες και οι Πελασγοί και στην συνέχεια ήλθαν από την θάλασσα μέσω Αττικής οι Άονες, οι Τέμμικες και οι Ύαντες, τους οποίους νίκησε ο Κάδμος με τους Φοίνικές του, ο δε Ελλάνικος θεωρεί ως πρώτους κατοίκους τον αυτόχθονα Ώγυγο και τους Έκτηνες που ίδρυσαν την Θήβα. Οι Άονες και οι Ύαντες θεωρούνται επίσης αυτόχθονες, που τους υπέταξε ο Κάδμος, ο οποίος ίδρυσε την Καδμεία (την ακρόπολη των Θηβών).
Τέλος ο Στράβων αναφέρει ( Θ΄ ΙΙ.3) ότι την Βοιωτία κατέκτησαν οι Φοίνικες με επικεφαλής τον Κάδμο που οχύρωσε την Καδμεία.
Η σύγχρονη έρευνα έχει προσδιορίσει ότι η μετανάστευση των Καδμείων από την Ήπειρο στην Βοιωτία πρέπει να πραγματοποιήθηκε το ενωρίτερο κατά την μετάβαση από την Μεσοελλαδική στην Υστεροελλαδική Εποχή δηλ. γύρω στο 1600 π.Χ.

Κασσωπαίοι: Οι αρχαίοι κάτοικοι της Κασσωπίας της Ηπείρου, οι οποίοι ήσαν εγκατεστημένοι σε κώμες κατά μήκος της ακτής μεταξύ των Κεραυνίων ορέων, Θεσπρωτίας και Αμβρακικού κόλπου. Πρωτεύουσα των Κασσωπαίων ήταν η Κασσώπη, η οποία αναφέρεται για πρώτη φορά σε επιγραφή του 4ου αιώνα π.Χ.
Ο Στράβων αναφέρει (Ζ΄ VII. 5) ότι οι Κασσωπαίοι ήσαν φύλο των Θεσπρωτών. Η περιοχή των Κασσωπαίων δόθηκε από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας στον βασιλιά των Μολοσσών, τον Αλέξανδρο Α΄ (342-331 π.Χ.). Το 168/167 π.Χ. η περιοχή κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου