Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ “ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ”: ΕΝΝΟΙΑ & ΕΞΕΛΙΞΙΣ ΤΩΝ ΟΡΩΝ “ΡΩΜΑΙΟΣ”, “ΕΛΛΗΝ” & “ΓΡΑΙΚΟΣ”

 

Τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη, Προέδρου Δ.Σ. τοῦ Ε.ΠΟ.Κ.

Κατά τήν διάρκεια τῶν 1129 ἐτῶν βίου τοῦ Κράτους πού συμβατικά ἀποκαλοῦμε «Βυζαντινή Αὐτοκρα­τορία», οἱ «Βυζα­ντι­νοί» οὐδέ­πο­τε αὐτοπρο­­­σδιο­ρί­σθη­καν ἔτσι. Ὁ ὅρος ἴσχυε μόνο γιά τούς κατοίκους τῆς Πρω­­­τεύ­ουσας (Βασιλεύουσας) πού ἱδρύθηκε στήν ἀρχαία ἑλλη­νι­­­κή πόλι τοῦ Βυζαντίου. Ὅπως γράφει ὁ Διονύσιος Ζα­κυ­­­θηνός «Κατ’ αὐτούς, Βυζάντιον, Βυζαντίς, Βυζαντίων πόλις ἦτο ἡ Κων­στα­­ντι­­νού­πο­λις, Βυζάντιος δέ ὁ κάτοικος αὐτῆς».[1]

πό τούς Λατίνους Romani στούς Ἕλληνες “Ρω­μαί­ους”

 Ὅταν τό ἔτος 212, ὁ Ρωμαῖος Αὐτοκράτωρ Καρακάλας ἀπένει­με μέ νόμο τήν ἰδιότητα τοῦ “Ρωμαίου πολίτου” σέ ὅλους τούς ἐ­λευ­­­θέ­ρους ὑπηκόους τῆς Αὐ­­­το­κρατορίας ἀνεξαρτήτως ἐθνικῆς κα­­­ταγω­γῆς, ὁ ὅρος “Ρωμαῖος” ἔπαυσε νά ἀποτελῆ ἐθ­νι­­κό αὐτό­προ­­­­σδιορισμό του λαοῦ ἀ­πό τό Λάτιον πού εἶχε ἕδρα τήν Ρώμη. “Ρω­­­μαίοι” πλέ­ον ὀνομάσθηκαν ὅλοι οἱ ἐ­λεύ­θε­­­­ροι κά­τοι­κοι τῆς Αὐ­το­­κρα­τορίας, εἴτε ἦσαν Λατίνοι, εἴτε Ἕλλη­νες, Γα­λά­τες, Αἰ­γύ­πτιοι, Σύ­ριοι κ.ο.κ. Ὁ ὅρος ἀπεθνικοποιήθηκε καί ἔ­λα­βε πο­λι­τι­κή ση­μα­­σία. Παράλληλα, ὁ ὅρος «Ἕλλην» ἀπό τόν 1ο μ.Χ. αἰώνα ἤδη ἀπώλεσε παντελῶς τό ἐθνικό νόημά του καί ἄρ­χι­σε νά προσ­λα­μβά­νη θρησκευτικό χαρακτήρα καί νά χαρακτηρίζη τούς εἰδω­λο­­­λά­τρες ἀνεξαρτήτως φυλῆς ἤ γλώσσας καί νά «διαγράφεται σιγά - σιγά ἀπό τά πάτρια καί τίς μνῆμες» .[2]   

Μέ τήν ἵδρυσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως - «Νέας Ρώμης» στό ἑλληνικό Βυζάντιο τό 324, τό ἀνατολικό τμῆμα τῆς Αὐτοκρατορίας διαχωρίσθηκε διοικητικά ἀπό τό δυτικό.  ἐπικράτειά του ταυτί­σθη­κε μέ τήν Αὐ­το­κρα­­τορία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καί τά βα­σίλεια τῶν ἐ­­πιγό­νων του. Δη­λα­δή μέ τόν Ἑλλη­νι­στι­κό Κό­σμο. Τόν 5ο αἰώνα ἐπῆλθε ἡ κατάλυσις τῆς Ρώμης καί τοῦ δυτικοῦ τμή­ματος τῆς Αὐτοκρατορίας ἀπό τά γερμανικά φύλα.

Ἔκτοτε τό ἀνατολικό τμῆ­μα ἔμεινε ἡ μόνη “Ρωμαϊκή Αὐ­­τοκρα­το­ρία” καί οἱ Ἕλληνες ἤ ἐ­ξελ­ληνισμένοι ὑπήκοοί του, οἱ μόνοι «Ρω­μαῖοι». Ὅπως τό διετύπωσε ὁ Ἰωάννης Καραγιαννόπουλος, ἐπρόκειτο γιά αὐτοκρατορία «ἑλληνική συγχρόνως καί ρωμαϊκή, ὕστατη κατά­λη­ξη τόσο τῆς ἑλληνικῆς ὅσο καί τῆς ρωμαϊκῆς ἱστορίας…».[3]

Παρά τόν ὁλοκληρωτικό ἐξελληνισμό τοῦ Κράτους οἱ Βυζαντι­νοί Αὐτοκράτορες παρέμειναν πεισματικά προσκο­λη­μένοι στήν δια­τήρησι τοῦ “ρωμαϊκοῦ κε­κτη­­μέ­νου”. Ὁ Ἡράκλειος καί οἱ διά­δο­χοί του ὑπέγραφαν σέ ἄπταιστα ἑλληνικά «Πιστός ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ρωμαίων». Καί γιά τήν κρατική ἐ­πι­­­κράτεια ἐπικράτησε ὁ ἐξελληνισμένος ὅρος «Ρωμανία» ἀπό τό ἀρ­χικό λατινικό «Romania».

Καί ὅπως παρατηρεῖ ὁ Nikolae Iorga «ἐκείνη τήν ἐποχή γεννήθηκε τό ἑλληνικό κράτος, διότι οἱ ρωμαϊκές ἀναμνήσεις ὁλοένα καί χάνονταν καί ἀπέμενε μόνο τό ὄνομα ὡς εἰ­ρωνεία».[4] Ἐ­πε­­­ξη­γεῖ ὁ Διο­ν. Ζα­­κυθηνός: «Σύμ­­­φω­να πρός τήν θε­με­­­λι­ώ­­­­δη πε­­ρί κρά­­­­­τους καί οἰ­κου­­­μένης θεω­ρίαν των, οἱ Βυζαντινοί ὑ­πε­λάμ­βα­νον ἐ­­­α­υ­­­τούς δια­­δό­­χους ἀμέσους τοῦ Ρω­­μαϊκοῦ Κρά­τους καί συ­νε­χι­­στᾶς τῆς Ρω­μα­­ϊ­κῆς πα­ραδό­σε­ως».[5]


 Ἡ “ὡραία ἐκ­δί­κηση τοῦ Ἑλλη­νι­σμοῦ πάνω στόν Ρω­μαῖο κατακτητή”

 Ὁ κάτοχος τοῦ τίτλου τοῦ Βα­­σιλέως «τῶν Ρωμαίων», ἀπη­χοῦ­σε τήν κεντρική κρατική ἰδεο­λο­γία τοῦ νομίμου κλη­ρονό­μου τῆς αὐ­τοκρα­το­ρι­­κῆς οἰκουμενικῆς ἰδέας πού μεταβιβάσθηκε ἀπό τήν Ρώμη στήν Κωνσταντινούπολι ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο.

Ἐπρό­κειτο βέβαια γιά ξεκάθαρα πο­λι­τικό καί ὄχι ἐθ­νι­κ­ό προ­σ­διο­ρισμό, ἀφοῦ καί κα­τά τόν H. G. Wel­ls: «Τό κράτος αὐ­τό ἦταν ἑλλη­νικό καί ὄχι λα­τι­νι­κό. Οἱ Ρω­μαῖοι εἶχαν ἔλθει καί εἶχαν πα­ρέ­λθει».[6] Κα­τά τήν ἐπιτυχή λοιπόν δια­τύ­πωσι τοῦ καθηγητοῦ Ἰω­άν­νου Κα­ρα­γιαν­νόπουλου τό Κράτος αὐτό «ἀποτελεῖ τήν ὡραία ἐκ­δί­κηση τοῦ Ἑλλη­νι­σμοῦ πάνω στόν Ρω­μαῖο κατακτητή: Graecia cap­ta, ferum victorem cepit.[7] Τά λό­για τοῦ ποιητῆ εἶναι σωστά, κυ­ριο­λεκτοῦν ὅμως κυρί­ως γιά τό Βυ­ζάντιο».[8]

Κα­τά τόν Veyne οἱ Ἕλληνες οἰκειοποιήθηκαν τό ὄνο­μα «Ρωμαῖ­­ος» ­ὅταν ἡ Αὐτοκρατορία ἐξελλη­νίσθηκε πο­λιτιστικά καί πολι­τι­­κά.[9] Ὅπως προσπάθησαν νά τό οἰ­κειοποιη­θοῦν οἱ Φρά­γκοι τοῦ Κα­ρό­λου Α’ (800) καί τοῦ Ὄθωνος Α’ (962) πού στέφθηκαν «Im­pe­­ra­tores Ro­ma­no­rum» (Αὐ­το­κρά­τoρες Ρω­μαί­ων) καί ὁ δεύτερος ἵδρυσε τήν «Ἁγί­α Ρω­­μαϊ­κή Αὐτοκρα­τορία». Ἀκόμη καί οἱ Βού­­λ­γα­ροι τοῦ Συ­­­μεών[10] ἤ οἱ Σελτζούκοι[11] τό σφετερίσθη­καν.

Ὅσο Ρω­μαῖοι ἦ­σαν οἱ Γερμα­νοί Καρολίδες καί Ὀθωνίδες τῆς “Ἁγίας Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­­ας”, ἄλλο τό­σο ἦσαν οἱ Ἕλλη­­νες τῆς “Βυ­ζα­ντι­νῆς” Αὐ­­τοκρα­το­ρίας. Γι΄αὐτό ἀπό τό ἔτος 812 ὁ τίτλος «Βασιλεύς τῶν Ρωμαίων» ἀπό περι­στα­σιακός, γί­νε­ται μόνιμος καί συστη­ματικός, ὥστε νά διακρίνη τούς βυζαντι­νούς Αὐτοκρά­το­ρες ἀπό τούς “σφε­τε­ριστές” Φράγκους ἡγεμόνες τῆς Δύσεως. Μάλιστα, ὅπως ἐπι­ση­­μαί­­­­νει ἡ Αἰκ. Χριστο­φι­­λο­πού­λου: «Τήν ἀν­τι­­παρά­θε­σιν τῶν ὅρων Ἕλληνες - βάρ­βα­­ροι, συ­μ­βο­λί­ζου­σαν εἰς τόν ἀρ­χαῖον ἑλ­ληνικόν κό­σμον τήν ἀντίθε­σιν πο­λι­­­τισ­μοῦ καί ἀπαι­δευ­­­­­σί­ας ἐν εὐ­ρείᾳ ἐννοία, διε­­δέχθη εἰς τόν βυ­ζα­ντι­­νόν κό­σμον ἡ ἀντί­θε­σις Ρωμαῖ­οι - βάρβα­ροι».[12]

 Ρω­μα­ϊ­κή κατ’ ὄνο­μα, Ἑλληνική κατ’ οὐσίαν

 Ὁ αὐτο­προ­σδιορισμός λοιπόν τῶν βυζαντινῶν ὡς «Ρωμαί­ων» δέν ἦταν ἐ­θ­νικός ἀλλά ἰδεολογικοπολιτικός. Αὐτό ἀδυ­να­τεῖ νά ἀν­­τι­ληφθῆ ὁ A. Kaldellis, ὁ ὁποῖος ἀποκα­λεῖ τό Βυζάντιο, «ἔθνος - κράτος τῶν Ρωμαίων»[13], γεγονός πού, κατά τήν καθη­γή­τρια Ave­ril Cameron: «ὑποστηρίζει ἐριστικά ἀλλά ὄχι καί πειστικά» καί τοῦ ἁπαντά ἡ ἴδια ὅτι ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός «θά ἐξέ­πληττε τούς ἴ­δι­ους τούς Βυζαντινούς».[14]

Παρατηρεῖ ὁ Georg Ost­ro­go­rsky: «Ὅ­σο καί ἄν τό Βυζάντιο γα­ν­­τζω­νό­ταν στήν ρω­μαϊ­κή κλη­ρο­νο­μιά γιά λό­γους ἰδεολογικούς ἀλ­­λά καί ἰμπε­ρια­λι­στι­κούς, δέν παύει ν’ ἀπο­μα­­κρύ­νεται ὁλοένα στό κύ­λισ­μα τῶν αἰ­ώ­νων ἀπό τίς ἀρχικές ρω­μαϊ­κές τοῦ βάσεις, ἐ­νῶ ὁ ἐξελ­­λη­νισμός του στήν κου­λτούρα καί στή γλῶσσα συνε­χίζε­ται θριαμ­βευ­τι­κά».[15]

Ὅπως μάλιστα προσθέτει ἡ Averil Came­ron, πα­­­ρότι οἱ βυ­ζα­ντινοί «συνέχισαν νά αὐτοαπο­κα­λούνται Ρωμα­ί­οι… ἡ πλειονό­τη­τά τους ἦταν Ἕλληνες καί ἡ ἄκ­ρως ἐκλεπτυσμένη γλῶσ­σα τῆς λο­γο­τεχνίας καί τῆς διοίκησής τους ἦταν τά ἑλλη­νι­κά Τό ἐκπαι­δευ­τι­κό τους σύστημα βασιζό­ταν σχε­δόν ἀποκλει­στι­­­κά σέ ἑλληνικά πρό­τυπα».[16]

Τό ἴδιο ἐπιση­μειώ­νει ὁ Sylvain Gou­­­­­­guenheim γρά­φο­ντας ὅτι: «ἡ ὀνομασία “Ρω­μαίοι” παραπέμπει σέ ἕνα πολιτικό πρό­γραμμα καί σέ μία πο­λιτική κληρονομιά, πού υἱοθέτησαν οἱ ἡ­γέ­τες μίας αὐτοκρατορίας πού εἶχε καταστεῖ ἑλλη­νική λόγω γλώσσας καί κουλτούρας».[17]

Ἔτσι, κατά τόν Ed­win Pe­ars ἐνῶ ἡ Αὐτοκρατορία παρέμενε «Ρω­μα­ϊ­κή κατ’ ὄνο­μα», δέν μπορεῖ νά ἀγνοηθῆ «σέ πόσο μεγάλο βαθμό ἡ Νέ­α Ρώμη καί τά ἐδάφη τῆς εἶχαν ἐξελληνιστεῖ». Καί συνεχίζει: «Ὡς ἐκ τού­του, δέν εἶναι ἐκπληκτικό ὅτι γιά τή Δύση στή διάρκεια ὀ­λό­κληρου τοῦ Με­σαί­ωνα ἡ Αὐτοκρατορία ἦταν ἡ Ἑλληνική Αὐ­το­κρατορία, ὅπως καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν ἡ Ἑλληνική Ἐκ­κλη­σία».[18]

Ἡ ἐθνολογική ἐξέλιξις τοῦ ὅρου “Γραικός” (4ος - 9ος αιώνας)

 Ἡ ὀνομασία «Γραικός» θεωρεῖται ἀρχαιότερη τοῦ «Ἕλληνος» καί ὁ Ἀριστοτέλης γράφει ὅτι τά πανάρχαια χρόνια τήν Ἑλλάδα κα­­­τοικοῦσαν «οἱ καλούμενοι τότε μέν Γραικοί νῦν δ’ Ἕλληνες».[33]

Οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι ἀποκαλοῦσαν τούς Ἕλληνες ὡς «Gra­e­ci» -λα­τι­­­νική ἐκδοχή τοῦ «Γραικοί»- ὀνομασία πού ἐπι­κρά­τησε στήν Δύσι μέχρι σήμερα. (Ἀπό αὐτήν προέρχεται καί τό σημερινό ἀγγλικό «Greeks», τό γαλ­λικό «Greks» κ.λπ. πού κατά λέξι σημαίνουν «Γραικοί» καί κατ’ οὐσίαν «Ἕλ­λη­νες»).

Ὅπως ἀποδεικνύει ὁ Ἠσύχιος ὁ Ἀλεξανδρεύς, τόν 5ο μ.Χ. αἰ­ώ­να τό ὄνομα “Γραικός” παρέμενε ταυτόσημο μέ τό ὄνομα “Ἕλλην”.[34]

Καί ὅπως ἦταν φυσικό, ὅταν ὁ ὅρος «Ἕλ­λην» ἔγινε συνώνυμος τοῦ «εἰ­δω­λο­λά­τρη» ἀντικαταστά­θη­κε στήν ἐθ­νο­­λογική ση­μα­σία του ἀπό τόν ὅρο «Γραικός». Ὅταν ὁ Πρί­­σ­κος ρωτᾶ κάποιον ἀ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον τοῦ Ἀττίλα πῶς μι­λᾶ «τήν Ἑλ­λή­νων φωνήν», τό­τε «γε­­λάσας ἔφη Γραικός μέν εἶ­ναι τό γέ­νος».

Τόν 8ο αἰώνα, ἀ­πα­ραί­τητη προϋ­πό­θεσις τῆς θυγα­τρός τοῦ Καρλο­μά­γνου νά πα­ν­τρευ­­θῆ τόν Κω­ν­­στα­ντῖνο ΣΤ’, ἦταν -κατά τόν Θε­ο­φάνη- νά δι­δαχθῆ τά «τῶν Γραι­­κῶν γράμ­ματα καί τήν γλῶσ­σαν».[35]

Οἱ ἀνα­φο­ρές τοῦ Θεο­δώρου Στουδίτου, τοῦ Προκο­πί­ου, τοῦ Κωνστα­ντί­νου Ζ’ Πο­­ρφυ­ρογέννητου, τοῦ Λέοντος Χοιρο­σφά­κτου, τοῦ Γεωρ­γί­ου Κε­δρη­νοῦ κ.ἄ. ἐπιβεβαιώ­νουν τόν Ν. Σβο­­­­­ρῶνο πού γρά­φει ὅτι οἱ βυ­ζαντι­νοί «χρη­σι­μοποιοῦν ἤδη ἀπό τόν 6ο αἰ­ώ­να τόν ὅρο Γραι­­κός, πα­λαιό ὄνομα τῶν Ἑλλήνων, ὅταν θέ­­­λουν νά δη­λώ­σουν τήν ἑλλη­νι­κή τους ἐθ­νό­­τητα καί νά διακρι­θοῦν ἀπό τούς μή ἑλληνι­κούς πλη­θυ­σμούς τῆς Αὐτοκρα­το­ρί­ας».[36] Καί ὁ Κ. Ἄμα­ντος γράφει: «Ὅταν ἔπρεπε νά γίνη ἀκριβεστέρα διάκρισις μεταξύ Ἑλλήνων καί ἄλλων πολιτῶν Ρωμαί­ων, ἐχρησιμοποιεῖτο τό παλαιόν ὄνομα Γραικός».[37]

Ἀπό τόν 9ο αἰώνα ὡστόσο, ὁ ὅρος «Γραι­κός» ἀρχίζει νά πε­­­ρι­πί­πτει σέ ἀχρη­στ­ία, ὡς ἀντίδρασι ἀπέναντι στούς δυτικούς πού ἀπό­κα­­λούσαν ἔτσι τούς βυζαντινούς.[38] Ἐν­δει­κτική ἡ ὀργή τοῦ Νι­κη­φό­ρου Φωκᾶ ὅταν ὁ πάπας τόν ἀποκάλε­σε «Gra­­e­co­rum Imperato­rem» (968). Τοῦτο δέν ὀφειλό­ταν σέ ἄρνησι τῆς ἐθνικό­τη­τός του, ἀλλά στήν πολιτική κα­πήλευσι τοῦ ρωμαϊ­κοῦ τίτλου ἀπό τόν Ό­θω­να Α’.


Ἡ Αὐτοκρατορία κατά τόν θάνατο τοῦ Βασιλείου Β΄τό 1025

 Πῶς χαρακτήριζε ἐθνολογικά ὁ τότε γνωστός κόσμος τούς “βυζαντινούς”

 Σύσ­σω­μος πάντως, ὁ τότε γνωστός κόσμος χαρακτήριζε τούς βυζαντινούς ἀπο­­κλει­στικά μέ ἑλληνικά ἐθνικά ὀνόματα:

Λατινογερμανοί: Ἤδη ἀπό τόν 6ο αἰώνα ὁ Παύ­λος ὁ Διά­κο­νος ἀποκα­­λεῖ τόν Μαυρί­κιο «primus ex Grecorum ge­ne­re in imperio con­fi­r­ma­tus est»[39] Ὁ ἀνώνυμος συγ­­γρα­­φεύς τοῦ ποιή­μα­τος «De mu­ta­­ta Ro­ma­e for­tu­na» (9ος αἰ.) τούς ἀναφέρει ὡς «Graecos» καί τήν βυ­­­ζα­­ντινή ἐπι­κρά­τεια «rura Pela­sga c­o­lunt», («γῆ τῶν Πελα­σ­γῶν»).[40] Τόν 10ο αἰώνα ὁ Λιουτπράνδος τῆς Κρεμώνας γράφει γιά «Im­pera­to­­r­es Gra­e­corum» (Ι 6, ΙΙ 26) ἀλλά καί «Regnum Ar­gi­rorum» (ΙΙΙ 26) (Βα­­σί­λει­ο Ἀρ­γεί­ων). Τόν 11ο αἰώνα ὁ χρονικογράφος Ἀδάμ τῆς Βρέ­μης ἀ­πο­καλεῖ τό Βυζάντιο «Graecia»[41], τό «Annales Barences» μι­­λάει γιά «Grecis» καί «Grae­co­rum», ὁ βενεδικτίνος Ama­tus Casi­ne­­nsis τούς ἀποκαλεῖ «Grex» καί «Greci». Οἱ δυτικοί ἱστοριογράφοι τοῦ 11ου καί 12ου αἰῶνος ἀναφέρονται στήν Θεοφα­νῶ ὡς «Impe­ra­trix Greca»[42] ἡ ὁποία κατέφθασε ἀπό τήν «Gre­­ci­a».[43]

Ἄραβες: Οἱ ἄραβες ἱστορικοί καί γεωγράφοι τοῦ 10ου αἰῶνος Yahya ibn Said al-Antaki («Histoire de Yahya d’ Antioche»), Ibn al-Qa­la­nisi («Χρονικό τῆς Δαμασκοῦ»), Al-Maqdisi «The Best of Clas­si­fi­ca­tion for the Knowledge of Regions»), ἀλλά καί τῶν 11ου - 13ου αἰῶνος, ὅπως Ali ibn al-Athir («The Complete Hi­sto­r­y») καί A­bul­Fe­da («History of Hu­ma­ni­ty»), θεωροῦν τούς βυζαντινούς καί τήν χώρα «Rum» (Ρω­μιοί) ἀλλά κυ­ρί­α­ρχο εἶναι καί τό ὄνομα «Yunani - Yunanistan» (Ἴω­νες - Ἰωνία).

Ἀρμένιοι καί Σύριοι: Οἱ Ἀρμένιοι ἱστορικοί τοῦ 11ου αἰῶνος Στέφανος ὁ Ταρωνίτης («Histoire Universelle») καί Aristagues de La­s­diverd μιλοῦν γιά ἑλληνική αὐτοκρατορία καί βασιλεῖς τῶν Ἑλ­λή­νων. Οἱ Σύριοι χρονικογράφοι Μιχαήλ Α’ Ἀντιοχείας καί Ματ­θαῖος Ἐδέσσης γράφουν γιά «ἑλληνική περιοχή» καί «χώρα τῶν Ἑλλήνων».

Σλαῦοι καί Ρῶσσοι: Τό σλαυϊκό «Νεστοριανό Χρονικό» ἀπό­κα­­λεῖ τους βυζαντινούς «Greki» καί ὁ δαλματός ἱστορικός Johan­nes Lucius ἀναφέρεται στούς «Graecos Imperatores».[44] Ὁ Stever Ru­n­ciman θά γράψη χα­ρα­κτη­ριστικά: «Οἱ Σλαῦοι συγγραφεῖς μι­λοῦν περιφρονητικά γιά τήν Ἀνατολική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, ἐ­πει­δή ἦταν κυρίως ἑλληνική»[45] Οἱ Ρῶσοι ἀποκαλοῦσαν τούς βυ­ζα­ντι­νούς «Gretchniki».[46]

Νορμανδοί - Σκανδιναυοί: Τόν 11ο αἰώνα, ὁ Νορμαν­δός χρο­νο­γρά­φος Guillelmus Apu­lien­sis ἀποκαλεῖ τούς βυζαντινούς «Gra­e­cis» καί «Danais» (Δα­να­ούς!)[47] καί ὁ σκα­νδι­ναυός Snorri Stur­lu­son ἀναφέρει τό Βυ­ζά­ντιο ὡς «Grik­kland» («Heimskringla»), ἐνῶ οἱ Σκα­ν­διναυοί ἀπο­κα­λοῦσαν τήν Μεσόγειο «Grikklands­sa­l­ti» (ἑλλη­νι­κή θάλασσα).[48] Ὁ σύγ­χρο­νος Ornolfur Thorsson ἀποκα­λεῖ τήν βυζαντινή ἐπικράτεια «Gree­ce» («Viking Voyages to the East in Written Accounts»).

Συνεπῶς ὅλος ὁ τότε γνωστός κόσμος ἀποκαλοῦσε τούς βυ­ζα­ντι­νούς, τήν χώρα καί τούς βασιλεῖς τους ὄχι μονάχα «Γραι­­κούς», ἀλ­λά καί «Ἴωνες», «Ἀργείους», «Δαναούς», «Πε­λα­σ­γούς». Τό γεγονός αὐτό ἀναιρεῖ τόν ἰσχυρισμό μερικῶν ὅτι ὁ ὅρος «Γραικός» σήμαινε ἁπλῶς τόν «ἑλληνόφωνο» και αποδεικνύει ότι τούς θεωροῦσαν ξεκάθαρα ἑλληνικῆς καταγωγῆς.


Ἡ σταδιακή ἐπαναφορά τοῦ ὄρου “Ἕλλην” μέ ἐθνολογική ση­μασία (9ος - 12ος αἰώνας)

Ἀπό τόν 9ο αἰ­ώ­να παρατηρείται αὐ­­τό πού ὁ Paul Le­me­r­le ἀποκαλεῖ «πρῶτο βυ­ζαντι­νό οὐμα­νι­σ­μό» στό ὁμώνυμο ἔργο του, («Μυριόβιβλος» Φωτίου, Ἀρέθας Καισαρείας Θεόδωρος Στουδίτης Λέων ὁ Φιλόσοφος κ.α.)

Τον 10ο αἰ­­ώ­­να θά ἐξελιχθῆ κατά τόν H. W. Haussig σέ ἕναν «Ἑλληνικό Διαφωτι­σ­μό»[50], μέ τό κίνημα τοῦ “Ἐγκυκλοπαιδισμοῦ” ὡς ἐγχειρήματος ἀνα­κτή­­σεως καί διασώσεως τοῦ ἑλληνικοῦ παρελθόντος, («Ἐκλογαί» Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογεννήτου, Λεξικό ΣΟΥΔΑΣ«Ἑλληνική (Παλατινή) Ἀνθολογία», «Φιλόπατρις ἤ Διδασκόμενος» κ.α.), μέ τό ὁποίο, ὅπως γράφει ὁ Charles Diehl, τό Βυζάντιο: «ἀπό πνευματική ἄποψη, βυθιζόταν μέ ὅλες τίς ρί­ζες του στό γό­νιμο ἔδαφος τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας».[51]

Αὐτό θά ἀπό­γειω­θῆ κατά τόν 11ο αἰ­ώ­να ὁπό­τε ἔχουμε -κατά τόν Διον. Ζακυθηνό- τήν «ποχή ὠριμό­τη­τος τοῦ κλασσικοῦ Ἀνθρω­πι­σμοῦ».[52] (Ἰωάννης Μαυρόπους, Ἀκριτικός Κύκλος, «Τό Ἆσμα τοῦ Ἀρμούρη» Ἰωάννης Ξιφιλίνος Μιχαήλ Ψελλός κ.α.)

Ἔτσι, κατά τήν περίοδο τῆς μα­κε­δονικῆς δυναστείας ἀναπτύ­χθη­κε κατά τόν Sy­l­vain Gouguenheim «ἕνας “ἑλληνοβυζαντινός πα­­­­τριωτισμός”, βασιζόμενος στίς δύο θεμελιώδεις ἀρχές τῆς ἑλλη­νι­­­­κό­τητας καί τῆς ὀρθοδοξίας»,[53] ἐνῶ ἡ πνευ­μα­τι­κή ἀνασύνδεσις μέ τήν ἀρ­­χαί­α Ἑλλάδα κατά τήν Αἰκ. Χριστοφιλοπούλου «ἐξοικειώνει τούς λο­γί­ους μέ τόν ἑλληνισμό, ἀπό­κα­θα­ρμέ­νον ἀπό τήν προκα­τά­λη­ψη τῆς εἰ­δω­­λο­λα­τρείας» καί ὁδηγεῖ στήν «παναφορά τῶν ὅρων Ἕλλην, Ἑλ­λη­νίς μέ τήν ἐθνολογική τους ση­μασία».[54] Τό ἴδιο παρατηρεῖ καί ὁ Sylvain Gouguenheim[55]


 Οι ρίζες του νεοελληνικού πρωτοεθνικισμού (13ος - 15ος αιώνας)

 Σέ ἐπόμενο ἅρθρο μας, θά ἐξετάσουμε τό πῶς, ἀρχικά ἡ πνευματική ἐλίτ ἀπό τοῦ 12ου αἰῶνος καί κυρίως ἡ ἅλωσις τῆς Πόλεως ἀπό τούς Φράγκους τό 1204, θά σημάνουν πλήρως τήν ἐπαναφορά του ὅρου «Ἕλλην». (Νικήτας Χωνιάτης, Νικηφόρος Γρηγορᾶς, Ἰωάννης Γ’ Βατάντζης, Πλῆ­θων Γεμιστός, Λαόνικος Χαλκοκονδύνης, Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος κ.α.)

Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ότι -μετά την Άλωσι της Πόλεως από τους Φράγκους το 1204 - στην Επιστολή του προς τον Πάπα Γρηγόριο Θ’ το 1237 ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης, παρότι υπογράφει ως «Ἰωάννης ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ πιστός βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων…», του γράφει ξεκάθαρα:

«στο δικό μας γένος των Ελλήνων βασιλεύει η σοφία, και με αυτήν ως πηγή παντού ανέβλυσαν σταγόνες (αυθ. κείμενο: “τε ἐν τῷ γένει τῶν Ἑλλήνων ἡμῶν ἡ σοφία βασιλεύει, καί, ὡς ἐκ πηγῆς ταύτης πανταχοῦ ρανίδες ἀνέβλυσαν”)…

….μαζί με την σοφία που βασιλεύει σε μας, κληροδοτήθηκε στο δικό μας γένος (σ.σ. των Ελλήνων) η κοσμική αυτή βασιλεία από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο… Διότι ποιος απ’ όλους αγνοεί ότι η κληρονομιά της διαδοχής του μεταβιβάστηκε στο δικό μας γένος και εμείς είμαστε οι κληρονόμοι και διάδοχοί του;

Σαφώς οι γενάρχες της βασιλείας μου…  όλοι από γένη ελληνικά κατάγονται, (αυθ. κείμενο: “ἀπό γενῶν ἑλληνικῶν ἄρξαντας”) αυτοί λοιπόν του δικού μου γένους (σ.σ. του ελληνικού), επί εκατοντάδες ετών κατείχαν την αρχή της Κωνσταντινουπόλεως (αυθ. κείμενο: “οὗτοι γοῦν οἱ ἐκ τοῦ ἐμοῦ γένους, εἰς πολλάς ἐτῶν ἐκατοστύας τήν ἀρχή κατέσχον τῆς Κωνσταντινουπόλεως”)…»

Πρόκειται για ύμνο ελληνικής εθνικής αυτοσυνειδησίας που διακηρύττει ότι οι Έλληνες είναι οι νόμιμοι «κληρονόμοι και διάδοχοι» του τίτλου «των Ρωμαίων» που τους κληροδοτήθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και έκτοτε επί αιώνες η Κωνσταντινούπολις άρχεται «ἀπό γενῶν ἑλληνικῶν»!



ΠΗΓΗ: Ε.ΠΟ.Κ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου