Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

Τι θα πετύχαινε ένας δεύτερος πόλεμος κατά του Ιράν που δεν πέτυχε ο... πρώτος

 Γράφει ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, αντιστράτηγος ε.α. και γεωστρατηγικός αναλυτής, 



Ένα φλέγον ερώτημα που ζητά απάντηση

Στο ερώτημα αυτό καλούνται να απαντήσουν ο Λευκός Οίκος και το Πεντάγωνο πριν αποφασίσουν την επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, μιας και ακούγεται ολοένα και πιο έντονα αυτό το ενδεχόμενο. 

Ποιος από τους αρχικούς πολεμικούς στόχους επιτεύχθηκε; Ανατράπηκε το καθεστώς της Τεχεράνης; Εξουδετερώθηκε οριστικά το πυρηνικό πρόγραμμα; Καταστράφηκε το βαλλιστικό οπλοστάσιο; Διαλύθηκε το δίκτυο των περιφερειακών συμμάχων του Ιράν; Εξασφαλίστηκε οριστικά η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ; 

Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ απέδειξαν τη συντριπτική αεροπορική υπεροχή και τη δυνατότητα προσβολής κρίσιμων στρατιωτικών, πυρηνικών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων στο εσωτερικό του Ιράν. Δεν απέδειξαν όμως ότι μπορούν να μετατρέψουν τη στρατιωτική υπεροχή σε βιώσιμο πολιτικό αποτέλεσμα. Άλλωστε, ποτέ στην ιστορία μία αεροπορική εκστρατεία, όσο εντατική και αν ήταν από μόνη της, δεν πέτυχε πολιτικό αποτέλεσμα. 

Τα 47 δισεκατομμύρια δολάρια και ο λογαριασμός που δεν έχει ακόμη κλείσει 

Σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση του Πενταγώνου, το κόστος του πολέμου είχε φτάσει τα 47,1 δισ. δολάρια έως τις 16 Οκτωβρίου 2026. Πρόκειται για ένα τεράστιο ποσό, το οποίο μάλιστα δεν αποτυπώνει το σύνολο της οικονομικής επιβάρυνσης καθόσον δεν περιλαμβάνεται η αποκατάσταση των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη Μέση Ανατολή που υπέστησαν σοβαρές ζημιές. 

Το Πεντάγωνο έχει ζητήσει πρόσθετη χρηματοδότηση 67 δισ. δολαρίων από το Κογκρέσο, γεγονός που δείχνει ότι ο οικονομικός λογαριασμός του πολέμου είναι πολύ μεγαλύτερος. Ο Αμερικανός φορολογούμενος καλείται να χρηματοδοτήσει έναν πόλεμο του οποίου οι στρατηγικοί στόχοι παραμένουν ασαφείς, ενώ οι οικονομικές επιπτώσεις επεκτείνονται πολύ πιο πέρα. Η επιβάρυνση της εφοδιαστικής αλυσίδας, η αύξηση του ενεργειακού κόστους και η αναπλήρωση των αποθεμάτων πυρομαχικών δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις. 

Επιπροσθέτως, η τεράστια κατανάλωση μεγάλου αριθμού αντιαεροπορικών αναχαιτιστικών πυραύλων έχει προκαλέσει ανησυχίες για τη διαθεσιμότητα κρίσιμων αποθεμάτων, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στους συμμάχους τους. 

Το Ιράν απέδειξε ότι μπορεί να πλήξει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία 

Ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα του πολέμου αφορά την ευπάθεια των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στον Περσικό Κόλπο. Σύμφωνα με έρευνα του Associated Press, περισσότερες από 115 ιρανικές ή φιλοϊρανικές επιθέσεις προκάλεσαν ζημιές σε 26 αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και τοποθεσίες στη Μέση Ανατολή. 

Οι επιθέσεις δεν περιορίστηκαν σε συμβολικές προσβολές. Στόχευσαν ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης, αντιαεροπορικά συστήματα, αεροσκάφη, υπόστεγα, αποθήκες, εγκαταστάσεις καυσίμων και επικοινωνιακές υποδομές.

Το Ιράν επέλεξε μια στρατηγική που συνδύαζε βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, επιδιώκοντας να προκαλέσει δυσανάλογο κόστος σε σχέση με το κόστος των μέσων που χρησιμοποιούσε δίνοντας ένα σημαντικό μάθημα για τη σύγχρονη πολεμική τέχνη. Το Ιράν δε χρειάστηκε να νικήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ. Αρκούσε να καταστήσει την παρουσία τους στην περιοχή πολύ κοστοβόρα και επιχειρησιακά ευάλωτη.

Το καθεστώς δεν ανατράπηκε αλλά ανασυγκροτήθηκε 

Ο αρχικός πολιτικός στόχος της επιχείρησης ήταν σαφώς ευρύτερος από την καταστροφή στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου επεδίωξαν πρωτίστως να δημιουργήσουν συνθήκες πολιτικής ανατροπής. 

Η εξόντωση του Αλί Χαμενεΐ και άλλων κορυφαίων στελεχών της ιρανικής ηγεσίας αναντίρρητα αποτέλεσε ένα τεράστιο πλήγμα για το καθεστώς, αλλά δεν οδήγησε στην κατάρρευσή του. Η εξουσία μεταφέρθηκε στον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ (σημ. δε γνωρίζουμε βέβαια αν ζει και σε ποια κατάσταση είναι) και η νέα ηγετική ομάδα προχώρησε σε αναδιάταξη των καθεστωτικών δομών. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενίσχυση προσώπων με μακρά εμπειρία στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης και στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ. Ο Μοχσέν Ρεζαΐ, βετεράνος της διοίκησης των Φρουρών και του πολέμου Ιράν-Ιράκ, ανέλαβε γενικός γραμματέας στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας. Παράλληλα, ο Αχμάντ Βαχιντί ανέλαβε την ηγεσία των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. 

Η στρατιωτική πίεση δεν παρήγαγε την ανατροπή του καθεστώτος όπως προσδοκούσαν ορισμένοι στην Ουάσινγκτον και στο Τελ Αβίβ. Η αναδιάταξη του Ιρανικού Καθεστώτος δείχνει μια τάση συγκέντρωσης της εξουσίας σε πρόσωπα με ισχυρή στρατιωτική και ιδεολογική σύνδεση με τον πυρήνα του καθεστώτος. Η ιστορία διδάσκει ότι η εξωτερική επίθεση δεν οδηγεί πάντοτε στην εσωτερική κατάρρευση ενός καθεστώτος. 

Το πυρηνικό πρόβλημα παραμένει 

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη στρατηγική αντίφαση του πολέμου. Οι αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις τόσο τον Ιούνιο 2025 όσο και στον φετινό πόλεμο προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, αλλά δεν εξάλειψαν το πυρηνικό πρόγραμμα. Η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΔΥΑΕ) έχει επισημάνει ότι δεν μπορεί πλέον να επαληθεύσει το μέγεθος, τη σύνθεση και την ακριβή τοποθεσία του ιρανικού αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου. 

Το παράδοξο είναι ότι πριν από τον πόλεμο υπήρχε ένα πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο, παρά τις σοβαρές δυσκολίες, μπορούσε να παρακολουθείται μέσω των μηχανισμών επιθεώρησης της ΔΥΑΕ. Σήμερα, μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, η φυσική κατάσταση των εγκαταστάσεων είναι διαφορετική, οι επιθεωρήσεις έχουν περιοριστεί και η γνώση για την τύχη του πυρηνικού υλικού είναι ελλιπής. Η καταστροφή μιας εγκατάστασης δεν ισοδυναμεί με την εξαφάνιση του πυρηνικού υλικού που είχε αποθηκευτεί σε αυτήν. 

Βαλλιστικό οπλοστάσιο και περιφερειακοί σύμμαχοι 

Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρές ζημιές στις στρατιωτικές του υποδομές και στις δυνατότητες παραγωγής και αποθήκευσης πυραύλων. Όμως το ιρανικό βαλλιστικό οπλοστάσιο, έστω μειωμένο, ακόμα υπάρχει. 

Το ίδιο ισχύει για το δίκτυο των περιφερειακών συμμάχων του. Η Χεζμπολάχ, οι Χούθι και οι διάφορες φιλοϊρανικές οργανώσεις στο Ιράκ έχουν υποστεί διαφορετικού βαθμού αποδυνάμωση, χωρίς όμως να έχει μειωθεί ο ρόλος τους στην περιφερειακή ασφάλεια. 

Η ιρανική στρατηγική στηριζόταν σε ένα ευρύτερο σύστημα αποτροπής, με περιφερειακές δυνατότητες και πολλαπλά επίπεδα αντίδρασης. Η αποδυνάμωση αυτού του δικτύου δε συνεπάγεται αυτομάτως την εξάλειψή του. 

Η συσπείρωση γύρω από το καθεστώς και το τραύμα της Μινάμπ 

Οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις δεν προκάλεσαν την αναμενόμενη ανατροπή του καθεστώτος! Αντιθέτως η αμερικανο-ισραηλινή επίθεση δημιούργησε συνθήκες εθνικής συσπείρωσης σε τμήματα της ιρανικής κοινωνίας, ακόμη και μεταξύ πολιτών που διαφωνούν βαθιά με το θεοκρατικό καθεστώς. 

Ιδιαίτερα βαρύ πολιτικό και ηθικό φορτίο απέκτησε η επίθεση στο δημοτικό σχολείο θηλέων στη Μινάμπ, στις 28 Φεβρουαρίου, όπου τουλάχιστον 165 μαθήτριες σκοτώθηκαν. Η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια παράπλευρη απώλεια που θα ξεχαστεί. Για το μεγαλύτερο τμήμα της ιρανικής κοινωνίας αποτελεί βαθύ τραύμα. Οι συνεχείς δημόσιες προσβολές του Τραμπ προς το ιρανικό έθνος και τον πολιτισμό του ταπείνωσαν τον λαό και έτσι χάθηκε η εμπιστοσύνη του. 

Τα Στενά του Ορμούζ 

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των περιορισμών της στρατιωτικής ισχύος. Το Ιράν δε χρειαζόταν να διαθέτει ισχυρότερο ναυτικό από τις ΗΠΑ για να επηρεάσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Αρκεί να έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί αβεβαιότητα στη ναυσιπλοΐα και να αυξάνει το ασφαλιστικό και επιχειρησιακό κόστος για τα εμπορικά πλοία. 

Η διακίνηση πετρελαίου έχει αποκατασταθεί σε σημαντικό βαθμό σε ορισμένες περιόδους, αλλά η κατάσταση παραμένει ευάλωτη. Το πέρασμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλές. Η ασφάλεια των Στενών δεν μπορεί να εξασφαλιστεί στρατιωτικά. Απαιτεί πολιτική συμφωνία, μηχανισμούς επιτήρησης και εγγυήσεις για τη ναυσιπλοΐα. 

Η στάση των ΗΠΑ απέναντι στη διπλωματία 

Ίσως το πιο προβληματικό στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι διαπραγματεύσεις. 

Στις 26 Φεβρουαρίου 2026 ολοκληρώθηκε στη Γενεύη ένας ακόμη γύρος έμμεσων πυρηνικών συνομιλιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με τη μεσολάβηση του Ομάν. Ο διαμεσολαβητής έκανε λόγο για πρόοδο και προετοιμασία νέου γύρου συνομιλιών. Δύο ημέρες αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου, ξεκίνησε η αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση. 

Η διπλωματική διαδικασία είχε ουσιαστικά διακοπεί από τη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Ακολούθησε κατάπαυση του πυρός τον Απρίλιο και νέες προσπάθειες πολιτικής διευθέτησης. Στις 17 Ιουνίου επιτεύχθηκε ένα πλαίσιο συμφωνίας, με Μνημόνιο Κατανόησης που προέβλεπε κατάπαυση του πυρός, άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. 

Η συμφωνία άνοιγε τον δρόμο για διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα και τις υπόλοιπες εκκρεμότητες. Η διαδικασία, όμως, δεν οδήγησε σε οριστική διευθέτηση και οι εχθροπραξίες επανήλθαν. 

Πώς όμως μπορεί η Ουάσινγκτον να απαιτεί από την Τεχεράνη να διαπραγματευθεί με σοβαρότητα, όταν η προηγούμενη εμπειρία έχει δημιουργήσει την αντίληψη ότι ακόμη και η πρόοδος στις συνομιλίες δεν εξασφαλίζει την αποφυγή νέας στρατιωτικής επίθεσης; Χωρίς τη στοιχειώδη εμπιστοσύνη, καμία συμφωνία δεν μπορεί να έχει διάρκεια.

Νέα διπλωματική προσπάθεια του Κατάρ 

Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι, παρά τα προαναφερθέντα, η διπλωματία δεν έχει εγκαταλειφθεί. Στις αρχές Νοεμβρίου 2026, αξιωματούχοι του Κατάρ μεσολάβησαν σε νέες επαφές με Ιρανούς εκπροσώπους στην Ντόχα. Σύμφωνα με το Reuters, οι συνομιλίες ολοκληρώθηκαν χωρίς οριστική συμφωνία, αλλά κυκλοφορεί σχέδιο πρότασης και οι επαφές συνεχίζονται. 

Η ιρανική πρόταση περιλαμβάνει διαδοχικά βήματα για την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, την επαναλειτουργία του Ορμούζ και τη χαλάρωση περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου. 

Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει το δυσκολότερο σημείο. Η Τεχεράνη δεν αποδέχεται την άμεση μεταφορά του εμπλουτισμένου ουρανίου της στο εξωτερικό και ζητά προηγουμένως την εκπλήρωση των δικών της όρων. Η Ουάσινγκτον, από την πλευρά της, επιδιώκει εγγυήσεις ότι το Ιράν δε θα μπορέσει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. 

Η νέα προσπάθεια αποδεικνύει ότι, ακόμη και μετά από μήνες πολεμικών επιχειρήσεων και απειλών, η τελική διευθέτηση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς πολιτική συμφωνία. 

Τι θα επιτύγχανε ένας δεύτερος πόλεμος; 

Ένας νέος κύκλος βομβαρδισμών θα μπορούσε να προκαλέσει πρόσθετες ζημιές σε πυραυλικές εγκαταστάσεις, στρατιωτικές υποδομές, αμυντικά συστήματα και βιομηχανικές δυνατότητες. Θα μπορούσε επίσης να καθυστερήσει την αποκατάσταση ορισμένων ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων. 

Δεν υπάρχει, όμως, καμία εγγύηση ότι θα εξουδετερώσει το πυρηνικό πρόγραμμα, θα ανατρέψει το καθεστώς ή θα εξασφαλίσει οριστικά την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Αντιθέτως υπάρχει ο κίνδυνος: 

* Να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η θέση των σκληροπυρηνικών και να περιοριστούν οι δυνατότητες των μετριοπαθέστερων πολιτικών και διπλωματικών στελεχών. 

* Να υπάρξουν νέες επιθέσεις κατά αμερικανικών εγκαταστάσεων στον Κόλπο και να οξυνθεί το πρόβλημα στα Στενά του Ορμούζ. 

* Να αυξηθούν οι ενεργειακές και οικονομικές πιέσεις στη διεθνή οικονομία. 

* Να αποδυναμωθούν περαιτέρω οι δυνατότητες των ΗΠΑ να διατηρούν επαρκή αποθέματα πυρομαχικών και αναχαιτιστικών σε άλλα θέατρα επιχειρήσεων. 

Και κυρίως, να χαθεί ακόμη μία ευκαιρία για μια συμφωνία που θα περιλαμβάνει πραγματικούς μηχανισμούς ελέγχου του πυρηνικού προγράμματος. 

Διδάγματα 

Ο πόλεμος στο Ιράν ανέδειξε ένα από τα παλαιότερα αλλά συχνά παραγνωρισμένα διδάγματα της στρατηγικής θεωρίας. Η καταστροφή των στρατιωτικών δυνατοτήτων ενός αντιπάλου δε συνεπάγεται αυτομάτως την επίτευξη των πολιτικών στόχων του πολέμου.

Οι ΗΠΑ διαθέτουν την ικανότητα να πλήξουν σχεδόν οποιονδήποτε στόχο στο ιρανικό έδαφος. Αυτό δε σημαίνει ότι μπορούν να ελέγξουν τις πολιτικές εξελίξεις στην Τεχεράνη, να διαμορφώσουν τη συμπεριφορά της νέας ιρανικής ηγεσίας ή να εγγυηθούν την περιφερειακή σταθερότητα. 

Με το να κερδίζεις μάχες δεν εξασφαλίζεις αυτόματα την ειρήνη 

Το στρατηγικό δίλημμα του Αμερικανού είναι να προχωρήσει σε έναν νέο γύρο στρατιωτικών επιχειρήσεων, με την προσδοκία ότι αυτή τη φορά θα επιτύχει όσα δεν πέτυχε η προηγούμενη εκστρατεία ή να αναγνωρίσει ότι η συνέχιση χρήσης στρατιωτικής ισχύος δεν εγγυάται διαφορετικό αποτέλεσμα!

Μία δεύτερη εκστρατεία βομβαρδισμών δε θα εξαφανίσει το πυρηνικό υλικό που δεν έχει εντοπιστεί, δε θα εγγυηθεί την κατάρρευση του καθεστώτος, δε θα εξαλείψει τις περιφερειακές επιρροές του Ιράν και δε θα λύσει αυτομάτως το πρόβλημα του Ορμούζ, αντιθέτως θα το οξύνει. Ένας νέος κύκλος ιρανικών αντιποίνων θα προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό και στρατηγικό κόστος. 

Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα. Δεν έχει, όμως, χάσει τη δυνατότητα να προκαλεί σημαντικές επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια και στην παγκόσμια οικονομία. Η Ουάσινγκτον οφείλει να κατανοήσει ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί για να επιβάλει πολιτική λύση. 

Μια χώρα που προσέρχεται σε διαπραγματεύσεις και στη συνέχεια επιλέγει δύο φορές τη στρατιωτική οδό ενώ η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, δυσκολεύει την προσπάθεια να πείσει τον αντίπαλό της ότι μια νέα συμφωνία θα τηρηθεί. Δεν μπορείς να ζητάς από τον αντίπαλό σου να εμπιστευθεί τη διπλωματία, όταν η δική σου στρατηγική έχει καταστήσει τον πόλεμο μόνιμη επιλογή. 

Η πραγματική επιτυχία δε μετριέται από τον αριθμό των στόχων που καταστράφηκαν, αλλά από το αν θα υπάρξει μια συμφωνία που θα περιορίσει πραγματικά τις πυρηνικές και στρατιωτικές απειλές, θα αποκαταστήσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και θα αποτρέψει έναν νέο πόλεμο. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου