Γράφει ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, αντιστράτηγος ε.α. & Γεωπολιτικός Αναλυτής,
Η 7η Οκτωβρίου 2023 καταγράφηκε ως η πιο θανατηφόρα ημέρα στην ιστορία του Ισραήλ. Η επίθεση της Χαμάς και άλλων ένοπλων οργανώσεων, οι περίπου 1.200 νεκροί και η ομηρία 251 ανθρώπων αποκάλυψαν μια καταστροφική αποτυχία των μηχανισμών ασφαλείας
Οι βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου δεν αποτελούν απλώς μια ακόμη αναμέτρηση για την εξουσία στο Ισραήλ. Είναι η πρώτη εκλογική δοκιμασία μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν. Το διακύβευμα αφορά την πολιτική ευθύνη, τη φυσιογνωμία του ισραηλινού κράτους, τις σχέσεις του με τους συμμάχους του και κυρίως, το αν θα υπάρξει διαφορετική προσέγγιση στο Παλαιστινιακό!
Η 7η Οκτωβρίου 2023 καταγράφηκε ως η πιο θανατηφόρα ημέρα στην ιστορία του Ισραήλ. Η επίθεση της Χαμάς και άλλων ένοπλων οργανώσεων, οι περίπου 1.200 νεκροί και η ομηρία 251 ανθρώπων αποκάλυψαν μια καταστροφική αποτυχία των μηχανισμών ασφαλείας. Η ισραηλινή κοινωνία εξακολουθεί να αναζητεί απαντήσεις για το πώς μια χώρα με ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών, προηγμένα στρατιωτικά μέσα και εκτεταμένο σύστημα επιτήρησης βρέθηκε τόσο απροετοίμαστη!
Τρία χρόνια αργότερα, ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου παραμένει Πρωθυπουργός. Η πολιτική του επιβίωση, παρά το μέγεθος της καταστροφής, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της σημερινής ισραηλινής πολιτικής ζωής.
Νετανιάχου: Η φθορά της εξουσίας και το ερώτημα της λογοδοσίας
Η πολιτική ευθύνη για την 7η Οκτωβρίου δεν μπορεί να περιοριστεί στην επιχειρησιακή αποτυχία του στρατού ή των υπηρεσιών πληροφοριών. Αφορά και τις πολιτικές επιλογές που διαμόρφωσαν το περιβάλλον ασφαλείας, τις προτεραιότητες της κυβέρνησης και τη στρατηγική αντιμετώπισης της Χαμάς.
Ο Νετανιάχου ήταν Πρωθυπουργός τα 13 από τα 14,5 χρόνια που προηγήθηκαν της επίθεσης. Και όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί εμποδίζει την συγκρότηση μιας ανεξάρτητης κρατικής επιτροπής έρευνας με σαφή εντολή, θεσμική ανεξαρτησία και δυνατότητα να εξετάσει τις ευθύνες όλων των εμπλεκομένων;
Η συγκρότηση μιας αυτής της κρατικής επιτροπής έρευνας προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία. Τον Αύγουστο του 2026, η γενική εισαγγελέας υποστήριξε ότι η επιτροπή πρέπει να συγκροτηθεί από την επόμενη κυβέρνηση, μετά τις εκλογές ενώ ο κυβερνητικός συνασπισμός επιδιώκει μία επιτροπή που θα επιλεχτεί από την Κνεσέτ! Δηλαδή οι ερευνώμενοι πολιτικοί θεσμοί θα έχουν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή εκείνων που θα τους ελέγξουν.
Η πολιτική φθορά του Νετανιάχου, επομένως, δεν αποτυπώνεται μόνο στις δημοσκοπήσεις ή στις αντιδράσεις των οικογενειών των θυμάτων. Αποτυπώνεται και στη διαρκή αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του ως ηγέτη που μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια της χώρας.
Η αντιπολίτευση: Μπορεί να ενωθεί ή θα ακυρώσει μόνη της την ευκαιρία της;
Η αντιπολίτευση διαθέτει ένα σαφές κοινό σημείο. Την ανάγκη πολιτικής αλλαγής και την αμφισβήτηση της διακυβέρνησης Νετανιάχου. Δεν διαθέτει, όμως, ακόμη μια απολύτως συνεκτική στρατηγική για την επόμενη ημέρα.
Στον χώρο αυτό κινούνται διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, με χαρακτηριστικές περιπτώσεις τον πρώην Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Γκάντι Άιζενκοτ, τον Ναφτάλι Μπένετ, τον Αβιγκντόρ Λίμπερμαν και τον Γιαΐρ Γκολάν. Οι διαφορές τους αφορούν στην ηγεσία, στην συγκρότηση του κυβερνητικού συνασπισμού, στην στρατολόγηση των υπερορθόδοξων και στο εύρος των αλλαγών που πρέπει να γίνουν στην ισραηλινή πολιτική. Πάντως η κοινή αντίθεση στον Νετανιάχου δεν αρκεί για να παραγάγει μια λειτουργική κυβέρνηση.
Η αντιπολίτευση καλείται να απαντήσει σε τρία ερωτήματα:
Ποιος θα ηγηθεί; Η προσωπική φιλοδοξία των πολιτικών αρχηγών μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από την επιθυμία τους να σχηματίσουν κοινό μέτωπο.
Ποιο θα είναι το κυβερνητικό πρόγραμμα; Η απομάκρυνση του Νετανιάχου δεν συνιστά από μόνη της ολοκληρωμένη στρατηγική για την ασφάλεια, τη δημοκρατία και την οικονομία.
Ποιους θα αποδεχθεί ως κοινοβουλευτικούς εταίρους; Η στάση απέναντι στα αραβικά κόμματα ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Οι πολιτικές διαφορές δεν είναι αμελητέες. Η αντιπολίτευση περιλαμβάνει δυνάμεις από την κεντροδεξιά έως την Αριστερά, οι οποίες δεν έχουν κοινή θέση σε όλα τα ζητήματα. Η ενότητα, συνεπώς, δεν είναι δεδομένη.
Η δύσκολη αριθμητική των 61 εδρών
Η Κνεσέτ διαθέτει 120 έδρες. Για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία απαιτούνται 61 έδρες. Η διαφορά αυτή έχει πρακτική σημασία, επειδή η ισραηλινή πολιτική λειτουργεί μέσω πολυκομματικών συνασπισμών και όχι με ένα ενιαίο πλειοψηφικό σύστημα.
Σύμφωνα με τον μέσο όρο δέκα δημοσκοπήσεων που δημοσιεύθηκε στις 11 Οκτωβρίου από το «The Petek», το μπλοκ που συνδέεται με τον Νετανιάχου συγκεντρώνει περίπου 52-53 έδρες, ενώ τα κόμματα της λεγόμενης «μπλοκ αλλαγής» περίπου 50. Τα αραβικά κόμματα συγκεντρώνουν συνολικά περίπου 12-13 έδρες. Κανένα από τα δύο βασικά μπλοκ δεν διαθέτει αυτοδύναμη πλειοψηφία.
Βέβαια αυτοί οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν εκλογικό αποτέλεσμα. Είναι ένας μέσος όρος δημοσκοπήσεων, με διαφορετικές μετρήσεις και περιθώρια αβεβαιότητας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα μπορέσει να συγκροτήσει βιώσιμο κυβερνητικό συνασπισμό.
Εάν το αποτέλεσμα παραμείνει κοντά σε αυτή την εικόνα, η διαπραγμάτευση μετά τις εκλογές θα είναι καθοριστική. Η δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ κομμάτων, οι αποκλεισμοί που έχουν ήδη ανακοινωθεί και η στάση απέναντι στους Άραβες βουλευτές θα επηρεάσουν άμεσα τις επιλογές του Προέδρου Χέρτσογκ κατά τη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης.
Τα αραβικά κόμματα: Από την πολιτική περιθωριοποίηση στον πιθανό ρυθμιστικό ρόλο
Οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού. Παρ' όλα αυτά, τα αραβικά κόμματα αντιμετωπίζουν διαχρονικά εμπόδια στην ισότιμη συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση. Στις επερχόμενες εκλογές δύο βασικοί σχηματισμοί ξεχωρίζουν, η ανασυγκροτημένη Κοινή Λίστα και το Ραάμ του Μανσούρ Αμπάς.
Η Κοινή Λίστα περιλαμβάνει τη Χαντάς, την ΤΑΑΛ και το Μπάλαντ. Οι πολιτικές τους παραδόσεις διαφέρουν. Η Χαντάς έχει αριστερό προσανατολισμό, το Μπάλαντ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον αραβικό εθνικισμό και την παλαιστινιακή ταυτότητα, ενώ η ΤΑΑΛ κινείται σε μία πραγματιστική πολιτική κατεύθυνση.
Το Ραάμ ακολουθεί διαφορετική στρατηγική. Ο Αμπάς έχει υποστηρίξει την πρακτική κοινοβουλευτική συμμετοχή με στόχο την προώθηση ζητημάτων που αφορούν τους Άραβες πολίτες, όπως οι δημόσιες υπηρεσίες, η ασφάλεια των κοινοτήτων και η αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων και συμμετείχε στην κυβέρνηση Μπένετ – Λαπίντ το 2021.
Θα μπορέσουν τα αραβικά κόμματα να μετατρέψουν την κοινοβουλευτική τους παρουσία σε ουσιαστική πολιτική επιρροή; Η απάντηση εξαρτάται από δύο παράγοντες, πρώτον, από το εκλογικό τους αποτέλεσμα και δεύτερον, από την προθυμία των εβραϊκών κομμάτων να αποδεχθούν κάποια μορφή συνεργασίας μαζί τους.
Παλαιστινιακό
Το Παλαιστινιακό παραμένει το βαθύτερο στρατηγικό πρόβλημα του Ισραήλ. Ωστόσο, στην προεκλογική αντιπαράθεση αποφεύγεται η συζήτηση του.
Η απουσία ενός συνεκτικού σχεδίου για την πολιτική διευθέτηση της σύγκρουσης είναι ιδιαίτερα εμφανής. Σύμφωνα με την ανάλυση των Financial Times της 11ης Οκτωβρίου, οι ηγέτες της αντιπολίτευσης υπόσχονται να ανατρέψουν ορισμένες από τις πιο ακραίες πολιτικές της κυβέρνησης, να αποκαταστήσουν σχέσεις με διεθνείς εταίρους, να περιορίσουν την βία των εποίκων και να επαναφέρουν ορισμένες μορφές συνεργασίας με την Παλαιστινιακή Αρχή. Ωστόσο, πλην του Γιαίρ Γκολάν δεν υποστηρίζουν τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.
Μια νέα κυβέρνηση θα μπορούσε να περιορίσει τις ενέργειες εξτρεμιστικών ομάδων εποίκων, να βελτιώσει τις σχέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και να επιδιώξει μεγαλύτερη συνεργασία με την Παλαιστινιακή Αρχή. Αυτές οι αλλαγές θα είχαν πρακτική σημασία χωρίς να συνιστούν όμως συνολική αλλαγή στρατηγικής, εάν δεν συνοδευτούν από σαφή πολιτική προοπτική για τους Παλαιστινίους.
Η ασφάλεια του Ισραήλ δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από την πολιτική πραγματικότητα στα παλαιστινιακά εδάφη. Η παρατεταμένη κατοχή, η επέκταση των εποικισμών, η βία κατά αμάχων και η απουσία αξιόπιστης προοπτικής αυτοδιάθεσης υπονομεύουν κάθε προσπάθεια για βιώσιμη ειρήνη. Από την άλλη πλευρά, η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου και η εμπειρία της ομηρίας έχουν ενισχύσει σε σημαντικό τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας την αντίληψη ότι η ασφάλεια πρέπει να προηγείται κάθε πολιτικής παραχώρησης.
Η 7η Οκτωβρίου και η μνήμη του Ολοκαυτώματος
Για το Ισραήλ, η 7η Οκτωβρίου έχει ιστορικό βάρος που υπερβαίνει τη συνήθη πολιτική αντιπαράθεση. Η μαζική δολοφονία αμάχων, η απαγωγή ομήρων και η κατάρρευση του αισθήματος ασφάλειας ξύπνησαν βαθιά υπαρξιακά τραύματα στην ισραηλινή κοινωνία.
Η ιστορική μνήμη του Ολοκαυτώματος αποτελεί ουσιώδες μέρος της συλλογικής ταυτότητας των Εβραίων και της συγκρότησης του κράτους του Ισραήλ. Δεν είναι, όμως, ιστορικά ορθό να ταυτίζεται η 7η Οκτωβρίου με το Ολοκαύτωμα. Πρόκειται για διαφορετικά γεγονότα, διαφορετικής ιστορικής κλίμακας και χαρακτήρα.
Η 7η Οκτωβρίου απαιτεί πλήρη διερεύνηση και λογοδοσία. Το ίδιο ισχύει για τις πράξεις που προκάλεσαν εκτεταμένες απώλειες αμάχων στη Γάζα και για τις καταγγελίες σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Η αναγνώριση του δικαιώματος των Ισραηλινών να ζουν με ασφάλεια δεν αναιρεί τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Και η αναγνώριση των παλαιστινιακών δικαιωμάτων δεν δικαιολογεί τη δολοφονία αμάχων ή την ομηρία.
7. Ποιος θα εξασφαλίσει τις 61 έδρες;
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιο κόμμα θα κερδίσει τις περισσότερες έδρες. Είναι ποιος θα μπορέσει να συγκροτήσει κυβέρνηση που να διαθέτει 61 βουλευτές και να παραμείνει λειτουργική.
Τρία σενάρια παραμένουν ανοιχτά:
Κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου, εφόσον τα κόμματα του σημερινού συνασπισμού εξασφαλίσουν επαρκή κοινοβουλευτική δύναμη ή βρουν νέους εταίρους.
Κυβέρνηση αλλαγής, εφόσον οι διαφορετικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης καταφέρουν να συνεννοηθούν για την ηγεσία και το πρόγραμμα.
Παρατεταμένη διαπραγμάτευση, εάν οι πολιτικοί αποκλεισμοί και οι διαφωνίες για τα αραβικά κόμματα εμποδίσουν τη συγκρότηση σταθερής πλειοψηφίας.
Συμπεράσματα
Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου θα αποτελέσουν κρίσιμη δοκιμασία για το ισραηλινό πολιτικό σύστημα. Η πολιτική φθορά της κυβέρνησης, η απουσία ολοκληρωμένης λογοδοσίας για την 7η Οκτωβρίου, οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και η αδυναμία διαμόρφωσης κοινής πολιτικής για το Παλαιστινιακό συνθέτουν ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον.
Ο Νετανιάχου έχει να αντιμετωπίσει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο με παρατεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις ή επικοινωνιακές πρωτοβουλίες. Πώς θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας που βίωσε την πιο καταστροφική αποτυχία ασφαλείας στην ιστορία του κράτους της;
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει κάτι περισσότερο από την κοινή αντίθεση προς τον πρωθυπουργό. Χρειάζεται πολιτική συμφωνία για τη διακυβέρνηση, τη λογοδοσία, τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών και τη σχέση ασφάλειας και πολιτικής διευθέτησης.
Τα αραβικά κόμματα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα ως απαραίτητα για την κοινοβουλευτική αριθμητική και ως ανεπιθύμητα για την πολιτική συμμετοχή. Η στάση απέναντί τους θα αποτελέσει δοκιμασία για την ισραηλινή δημοκρατία και την πολιτική ισότητα των Αράβων πολιτών της χώρας.
Και το Παλαιστινιακό δεν μπορεί να παραμένει στο περιθώριο μιας εκλογικής αναμέτρησης που υποτίθεται ότι θα καθορίσει το μέλλον της ισραηλινής ασφάλειας. Χωρίς πολιτική προοπτική για τους Παλαιστινίους, χωρίς λογοδοσία για τις πράξεις όλων των πλευρών και χωρίς ένα αξιόπιστο πλαίσιο συνύπαρξης, η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται διαρκή ειρήνη.
Η επόμενη κυβέρνηση θα κληθεί να επενδύσει στη διαχείριση της διαρκούς αντιπαράθεσης ή στη δύσκολη πολιτική εργασία που απαιτεί η αναζήτηση μιας βιώσιμης ειρήνης.
ΠΗΓΗ: neakriti.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου