Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΚΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Ὁ λόγος περὶ ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων πέρασε στὸ ἐπίκεντρο τοῦ πολιτικοῦ λεξιλογίου τῶν τελευταίων δύο δεκαετιῶν. Ἕνας αἰσιόδοξος παρατηρητὴς θὰ μποροῦσε ν’ ἀντλήσει ἀπὸ δῶ τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ πολιτική, μετὰ ἀπὸ τὶς πικρὲς ἐμπειρίες τοῦ αἰῶνα, ἀναλαμβάνει τώρα τὸ ἔργο νὰ διαπλάσει τὸν κόσμο σύμφωνα μὲ ἠθικὲς ἀρχές…
Πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ἐμφατικὰ ὅτι αὐταπατᾶται ὅποιος τυχὸν πιστεύει πὼς ἡ ὀνομαστικὴ ἀξία τῶν ἰδεῶν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὴν πολεμική τους χρήση. Ἄν ἦταν ἔτσι, τότε δὲν θὰ εἶχαν γίνει ποτὲ πόλεμοι ἀνάμεσα σὲ ἔθνη ποὺ ὅλα τους ἐνστερνίζονταν εἰλικρινὰ τὴ θρησκεία τῆς ἀγάπης.
Ἡ δυνατότητα μετατροπῆς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων σ’ ἕνα νέο πεδίο ἔντασης συνάπτεται μ’ ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονός, τὸ ὁποῖο ὅμως ἐλάχιστα γίνεται ἀντιληπτό, γιατὶ ὅλες οἱ πλευρὲς ταυτίζουν αὐθόρμητα τοὺς δικούς τους σκοποὺς μὲ τοὺς σκοποὺς ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας. Πρόκειται γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι μὲ δεδομένη τὴ σημερινὴ συγκρότηση τῆς παγκόσμιας κοινωνίας δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα stricto sensu. Ἐδῶ δὲν ἐννοοῦμε τὶς «παραβιάσεις τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων» σὲ πάρα πολλὲς χῶρες, παρὰ ἀναφερόμαστε στὴν ἴδια τὴν οὐσία τοῦ πράγματος. Ἀνθρώπινα δικαιώματα, δηλ. δικαιώματα ποὺ οἱ ἄνθρωποι κατέχουν ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ κατέχουν τὴν ἀνθρώπινη ἰδιότητα, ἔχουν χειροπιαστὴ ἔννοια καὶ ὑπόσταση μονάχα ἄν μποροῦν νὰ τὰ ἀπολαύσουν πάνω σ’ ὁλόκληρη τὴ γῆ, καὶ μάλιστα στὸν τόπο τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τους καὶ δίχως περιορισμούς, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, μόνο καὶ μόνο χάρη στὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν προέλευσή τους ἤ ἀπὸ ἄλλες προϋποθέσεις. Ὅσο αὐτὸ δὲν συμβαίνει, ὅσο δηλ. ὁ Κινέζος δὲν ἔχει τὰ ἴδια δικαιώματα στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες ὅπως ὁ Ἀμερικανός, οὔτε ὅ Ἀλβανὸς τὰ ἴδια δικαιώματα στὴν Ἰταλία ὅπως ὁ Ἰταλός, θὰ μποροῦμε, ἄν δὲν θέλουμε νὰ διαστρεβλώσουμε τὴν ἔννοια τῶν λέξεων, νὰ μιλᾶμε μονάχα γιὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ὄχι ὅμως γιὰ ἀνθρώπινα. Αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζεται κατ’ εὐφημισμὸν «ἀνθρώπινα δικαιώματα» τὸ παρέχει πάντοτε μία κρατικὰ ὀργανωμένη πολιτικὴ μονάδα σὲ ὅσους διαθέτουν τὴν ἀντίστοιχη ὑπηκοότητα, καὶ ἡ ἰσχύς του μπορεῖ νὰ διασφαλισθεῖ μὲ ἐγγυήσεις μονάχα στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἑκάστοτε ἐπικράτειας. Κανένα κράτος δὲν μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ ὅτι δικαιώματα, τὰ ὅποια θεωροῦνται ὡς ἀνθρώπινα δικαιώματα κατ’ ἐξοχήν, ὅπως λ.χ. τὸ δικαίωμα τῆς σωματικῆς ἀκεραιότητας ἤ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, μποροῦν νὰ ἀσκοῦνται ἔξω ἀπὸ τὰ δικά του σύνορα. Καὶ ἀντίστροφα: κανένα κράτος δὲν μπορεῖ, χωρὶς νὰ αυτοδιαλυθεί, νὰ δώσει σὲ ὅλους ἀνεξαίρετα τοὺς ἀνθρώπους ὁρισμένα δικαιώματα, τὰ ὁποία συνήθως λογίζονται ὡς πολιτικὰ δικαιώματα, ὅπως εἶναι τὸ ἐκλογικὸ δικαίωμα ἤ τὸ δικαίωμα τῆς μόνιμης ἐγκατάστασης. Μὲ ἄλλα λόγια: δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ κατέχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὡς ἄνθρωποι ὅλα τὰ δικαιώματα (εἴτε αὐτὰ λέγονται στὴν τρέχουσα ὁρολογία ἀνθρώπινα εἴτε λέγονται πολιτικὰ δικαιώματα) ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ποῦ βρίσκονται. Δικαιώματα, τὰ ὅποια τὰ δίνει καὶ τὰ ἐγγυᾶται τὸ κράτος καὶ ἰσχύουν ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξη τῆς ὕπαρξης ἑνὸς κυρίαρχου κράτους, θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς ἀνθρώπινα δικαιώματα μονάχα ἄν τὸ κράτος αὐτὸ ἀναγνώριζε τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀποκλειστικὰ στοὺς ὑπηκόους του. Ἀλλὰ ἀκόμα κι ἄν τὸ ἔκανε αὐτὸ πάλι δὲν θὰ εἶχε καταφέρει νὰ ἀναγνωρίζονται οἱ δικοί του ὑπήκοοι σὲ ἄλλες χῶρες ὡς ἀπόλυτα ἰσότιμοι πολίτες καὶ ὡς κάτοχοι οἰκουμενικῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Ἀνθρώπινα δικαιώματα ὡς ἀνθρώπινα δικαιώματα θὰ μποροῦσε νὰ δώσει μονάχα ἡ ἀνθρωπότητα ὡς συντεταγμένο καὶ ἑνιαῖο πολιτικὸ ὑποκείμενο. Μονάχα τὸ τέλος τοῦ κυρίαρχου κράτους σὲ ὅλες τὶς γνωστὲς σήμερα μορφές του θὰ ἐγκαινίαζε τὴν ἐποχὴ τῶν πραγματικῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ὁ οἰκουμενισμὸς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ὁρμήθηκε βέβαια ἀπὸ τὶς πλούσιες χῶρες τῆς Δύσης καὶ πρωτοχρησιμοποιήθηκε ἀπ’ αὐτὲς ὡς πολιτικὸ ἐργαλεῖο, ὅμως βρίσκει προοδευτικά εὐμενῆ ἀποδοχὴ καὶ συνηγόρους στὶς φτωχὲς χῶρες τῆς Ἀνατολῆς καὶ τοῦ Νότου, οἱ ὁποῖες, ὅπως εἶναι εὐνόητο, τὸν βλέπουν ὡς εὐπρόσδεκτο μέσο προκειμένου νὰ προβάλλουν τὶς ἀξιώσεις τους ὡς πρὸς τὴν κατανομὴ τοῦ παγκόσμιου πλούτου καὶ τῶν παγκόσμιων πόρων. Βέβαια, βρίσκονται σὲ ἕνα δίλημμα, γιατὶ nolentes ἤ volentes δὲν εἶναι σὲ θέση νά πραγματώσουν (πλήρως) στὸ ἐσωτερικό τους τὶς ἀρχές ἐκεῖνες, ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ὁποίων σὲ διεθνὲς ἐπίπεδο προσδοκοῦν τὴν αἰσθητὴ βελτίωση τῆς θέσης τους ὡς ἐθνῶν καὶ κρατῶν. Ἀπὸ τὴ διελκυστίνδα αὐτὴ τοὺς βοηθεῖ κάποτε νὰ βγοῦν ἡ διαδεδομένη καὶ στὴ Δύση ἀντίληψη, ὅτι μόνον ἡ βελτίωση τῆς ὑλικῆς τους θέσης θὰ καταστήσει δυνατὴ τὴν ἠθικοποίηση τῆς ἐσωτερικῆς κοινωνικοπολιτικής τους ζωῆς. Πρέπει νὰ ἀναμένεται ὅτι ἀπὸ ἐνδεχόμενες προόδους πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση θὰ ἀντλήσουν τὸ δικαίωμα μεγαλύτερης βοήθειας ἀπὸ μέρους τῆς Δύσης. Ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, ἡ Δύση θὰ βρεθεῖ κάτω ἀπὸ ἠθικὴ καὶ πολιτικὴ πίεση, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἀπαλλαγεῖ εὔκολα. Ὅποιος θέλει νὰ ἐξηγήσει τὴ χρεοκοπία τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι αὐτὸς δὲν μπόρεσε νὰ πραγματώσει οὔτε τὶς ἐσχατολογικὲς οὔτε τὶς ἄμεσες (ὑλικὲς) ἐπαγγελίες του, πρέπει καὶ νὰ σκεφθεῖ στὰ σοβαρὰ τὸ ἐνδεχόμενο, ὅτι τὰ ἔθνη ποὺ θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸν δρόμο τῆς Δύσης, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὸ κάμουν, μέσα στὴν ἀπογοήτευσή τους θὰ στραφοῦν τελικὰ ἐναντίον τῆς Δύσης καὶ συνάμα ἐναντίον τῆς οἰκουμενιστικῆς ἠθικῆς της. Γιατὶ θὰ εἶναι διατεθειμένα νὰ ἑρμηνεύσουν τὴν ἀποτυχία τους ὡς προδοσία τῆς χορτάτης καὶ ἐγωιστικῆς Δύσης πρὸς τὶς ἴδιες της τὶς ἀρχές. Στὶς προσδοκίες ποὺ ἔχει ξυπνήσει ἡ Δύση μὲ τὴν παγκόσμια ἐξαγωγὴ τοῦ ἠθικοῦ της οἰκουμενισμοῦ λανθάνει ἕνα ἐκρηκτικὸ δυναμικό. Ἡ νίκη τῶν ἰδεῶν της δὲν ἀνακούφισε τὴ Δύση, ἀλλὰ ἀπεναντίας τὴ φόρτωσε μὲ καθήκοντα καὶ ὑποθῆκες, κάτω ἀπ’ τὴν πίεση τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσε ἡ ἴδια νὰ ἀλλάξει ἐκ βάθρων.
Ἡ πίεση αὐτὴ θὰ αὐξάνεται ἀναγκαστικὰ στὸν βαθμὸ ποὺ τὰ οἰκουμενικὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα θὰ ἑρμηνεύονται ὑλικά, ὁπότε mutatis mutandis θὰ ἐπαναληφθεῖ ὅ,τι ἔγινε γιὰ πρώτη φορὰ στὸν 19ο αἰῶνα, ὅταν οἱ σοσιαλιστὲς ἀπαίτησαν τὴν ὑλικὴ ἑρμηνεία καὶ πραγμάτωση τῶν τυπικῶν ἐλευθεριῶν καὶ δικαιωμάτων ποὺ διακήρυξε ἡ ἀστικὴ τάξη. Ἡ χριστιανικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια ἀρχικὰ δὲν συνδεόταν μὲ τὴν ἰδέα ἑνὸς ὑλικοῦ ἐλάχιστου ἐπιπέδου διαβίωσης, ὅ,τι κι ἄν λένε σχετικὰ οἱ «προοδευτικοὶ» θεολόγοι. Σύμφωνα ὅμως μὲ τὴ σημερινὴ ἀντίληψη, τὸ ἐλάχιστο ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας καὶ τὸ ἐλάχιστο καταναλωτικὸ ἐπίπεδο εἶναι ἀδιαχώριστα· ὅποιος πεθαίνει τῆς πείνας εἶναι ἁπλῶς ἄνθρωπος δίχως οὐσιαστικὰ δικαιώματα καὶ ὄχι λ.χ. κάποιος στὸν ὁποῖο ἡ θεοθέλητη ὑλικὴ στέρηση δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ ἀπαλλαγεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὴ μέριμνα τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἄν τώρα τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἑρμηνευθοῦν ὑλικὰ καὶ συνδεθοῦν μὲ καταναλωτικὲς ἀπαιτήσεις, τότε θὰ πρέπει νὰ ἔρθουν σὲ σύγκρουση μὲ τὴν ὑφιστάμενη σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο σπάνη τῶν ἀγαθῶν, δηλ. θὰ μεταβληθοῦν ἀναγκαστικὰ σέ ὅπλα μέσα στὸν ἀγῶνα κατανομῆς τῶν περιορισμένων ἀγαθῶν. Ὅποιος ἀνήκει σ’ ἕνα πλούσιο ἔθνος καὶ συνάμα ὑπερασπίζει τὴ συνεπῆ τήρηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων θὰ πρέπει νὰ μοιρασθεῖ τὰ δικά του ἀνθρώπινα δικαιώματα μὲ ἄλλους, ἄγνωστους ἀνθρώπους, καὶ ἀπ’ αὐτὸ θὰ γεννηθεῖ σίγουρα μιὰ ἀντιπαράθεση, κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἔρθουν ἀντιμέτωπα τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν μὲν μὲ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν δέ.
Ἐν πάση περιπτώσει πρέπει νὰ θεωρεῖται βέβαιο ὅτι ὅσο περισσότεροι ἄνθρωποι ἐπικαλοῦνται τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τόσο εὐρύτερη θὰ γίνεται ἡ ἑρμηνεία τους. Αὐτὸ σημαίνει μὲ ἄλλα λόγια ὅτι ὅλο καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι θὰ ἀπαιτοῦν ὅλο καὶ περισσότερα ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά, πιστεύοντας ὅτι τοὺς ἀνήκουν δικαιωματικά. Στὸ φῶς αὐτῆς τῆς ἀκαταμάχητης διαπίστωσης πρέπει νὰ συμφιλιωθοῦμε μὲ τὴν προοπτική ὅτι στὸ μέλλον θὰ ἀλλάξει ἡ λειτουργία καὶ ἡ ἔννοια τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, ἄν μάλιστα ἑρμηνεύονται ὑλικά, δὲν μποροῦν νὰ σημαίνουν τὸ ἴδιο πράγμα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἄν τὴν κατοχὴ καὶ τὴν ἐνεργό τους ἄσκηση τὴν ἀπαιτοῦν ταυτόχρονα καὶ ἐξ ὁλοκλήρου δύο, πέντε ἤ δέκα δισεκατομμύρια ἄνθρωποι. Τί θὰ ὑπαγορεύσει ἡ «ἀρχὴ τῆς εὐθύνης» μετὰ τὸν νέο διπλασιασμὸ τοῦ παγκόσμιου πληθυσμοῦ σὲ λίγες δεκαετίες, αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ξέρει σήμερα μὲ βεβαιότητα. Ὡς προαίσθηση μελλοντικῶν τριβῶν καὶ ὡς προληπτικὴ προσπάθεια νὰ κρατηθεῖ ἀνοιχτὴ κάποια βαλβίδα ἀσφαλείας πρέπει πάντως νὰ ἑρμηνευθεῖ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἐπιταγὲς τῆς οἰκουμενικῆς ἠθικῆς καὶ ἰδιαίτερα τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἐξακολουθοῦν νὰ ἐφαρμόζονται μὲ τὴν ἐπιφύλαξη τῶν δικαιωμάτων τῆς κρατικῆς κυριαρχίας. Ἀκόμα καὶ κράτη ποὺ ἀναγνωρίζουν πλήρως τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ τὰ ἐγγυῶνται μέσα στὰ ὅρια τῆς ἐπικρατείας τους ἐπιφυλάσσουν στὸν ἑαυτό τους τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἀρνηθοῦν σὲ ξένους ἤδη οἱ ἀρχαῖες δημοκρατίες προστάτευαν ἄγρυπνα τὴν ἔντονη διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσα στοὺς δικούς τους πολίτες καὶ στοὺς ξένους. Ἡ διακήρυξη τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων συνδέεται λοιπὸν σήμερα -καὶ στὸ μέλλον θὰ συνδεθεῖ ἀκόμα στενότερα- μὲ τὴν κάποτε ἀπερίφραστη ἐπιθυμία νὰ καθίσει ὁ φίλτατος συνάνθρωπος στὸν τόπο του καὶ νὰ χαρεῖ ἐκεῖ τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπειά του. Μία ἀπεριόριστη ἐφαρμογὴ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλ. μιὰ συνεπὴς καὶ νομικὰ διασφαλισμένη ἀναγωγὴ τῶν ἀνθρώπων στὴν ἀνθρώπινη ἰδιότητά τους καὶ μόνο, χωρὶς νὰ λαμβάνεται καθόλου ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐθνικότητα καὶ ἡ ὑπηκοότητα, θὰ συνεπέφερε αὐτόματα τὴν κατάργηση τοῦ κυρίαρχου κράτους καὶ ὅλων τῶν φραγμῶν στὴν ἐλευθερία κινήσεως καὶ ἐγκαταστάσεως -ἕνας ἀληθινὸς ἐφιάλτης γιὰ τοὺς κοινοτικοὺς Εὐρωπαίους καὶ τοὺς Βορειοαμερικανούς. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ ὑπέρμαχοι τῆς οἰκουμενικῆς ἠθικῆς, οἱ ὅποιοι παρουσιάζονται ἐξαιρετικὰ εὔγλωττοι ὅταν πρόκειται γιὰ διακηρύξεις ἀρχῶν καὶ γιὰ πρακτικὰ μὴ δεσμευτικὲς θεωρητικὲς τριχοτομίες, ἴσαμε τώρα δὲν μᾶς ἔχουν πεῖ τίποτε γιὰ τὶς συγκεκριμένες συνέπειες μιᾶς ἀπαρέγκλιτης ἐφαρμογῆς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων (δηλ. τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου καὶ μόνο) σέ πλανητικό ἐπίπεδο.
Ἐφ’ ὅσον ἡ Δύση μπορεῖ νὰ ἐφαρμόσει τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα μονάχα μὲ τὴν ἐπιφύλαξη τῆς κρατικῆς κυριαρχίας, ἐμπλέκεται σὲ μιὰν ἀντίφαση, ἡ ὁποία, καθὼς εἶναι εὐνόητο, φαίνεται ἀκόμα πιὸ κραυγαλέα καὶ ἀφόρητη σὲ ὅσους χτυποῦν τὴν πόρτα της. Ἡ ἀντίφαση τούτη θὰ βάθαινε ἀκόμα περισσότερο ἄν ἡ Δύση ἔμπαινε στὸν πειρασμὸ νὰ ἐπιβάλει τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα (διάβαζε: τὰ δικαιώματα ποὺ ἰσχύουν γιὰ τοὺς πολίτες τῆς Δύσης) μὲ πολιτικὲς ἤ καὶ στρατιωτικὲς ἐπεμβάσεις σὲ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου. Γιατὶ τέτοιες ἐπεμβάσεις θὰ γίνονταν κατ’ ἀνάγκην ἐπιλεκτικὰ (μιὰ ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς Κίνας λ.χ. θὰ ἦταν ἀδιανόητη) καὶ ἔτσι γρήγορα θὰ καταντοῦσαν ἀναξιόπιστες θὰ ἔπρεπε μάλιστα νὰ ἀναμένεται ὅτι φανατισμένες μᾶζες σὲ χῶρες ὅπως π.χ. τὸ Ἰρᾶν θὰ πρόβαλαν τὸ σύνθημα «Κάτω τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα!» ἀκριβῶς μὲ τὴν ἴδια ἔννοια ποὺ οἱ Ἱσπανοὶ μαχητὲς ἐναντίον τοῦ Ναπολέοντα φώναζαν μπροστὰ στὸ ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα «Κάτω ἡ ἐλευθερία!». Πέρα ἀπ’ αὐτό, μακροπρόθεσμα δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ παραβιάζει κανεὶς τὴν κρατικὴ κυριαρχία τῶν ἄλλων στὸ ὄνομα τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἐνῶ συνάμα περιχαρακώνει τὴ δική του κρατικὴ κυριαρχία ἐνάντια σὲ ὅ,τι οἱ ἄλλοι θεωροῦν ὡς τὰ δικά τους ἀνθρώπινα δικαιώματα. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Δύση θὰ ἐξαναγκασθεῖ νὰ ἀντισταθμίσει τὴν ἐπιβολὴ τῶν τυπικῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων σὲ ἄλλες χῶρες μὲ παραχωρήσεις πρὸς τὴν ὑλικὴ ἑρμηνεία τῶν ἴδιων αὐτῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων -καὶ νὰ πληρώσει γιὰ τὸ ἀντιστάθμισμα τοῦτο. Κοντολογίς, τὸ πρῶτο καθῆκον τοῦ ἀπελευθερωτῆ θὰ εἶναι νὰ θρέψει τοὺς ἀπελευθερωμένους.
Ὑπάρχει ἕνας ἀκόμη βαθύτερος λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἐντάσεις στὸ ἀνθρώπινο σύμπαν πιθανότατα θὰ αὐξηθοῦν -καὶ μάλιστα ὄχι παρὰ τὴ διάδοση τῶν ἄρχων τῆς οἰκουμενικῆς ἠθικῆς ἀλλὰ παράλληλα μ’ αὐτήν. Ἡ ἠθικὰ-κανονιστικὰ φορτισμένη λέξη «ἄνθρωπος» λειτουργοῦσε γλωσσικὰ ὡς τιμητικὸ ἐπίθετο ὅσο τὴν ἀντιπαρέθετε κανεὶς σὲ ἄλλα ἐπίθετα, τὰ ὅποια φαίνονταν ἁπλῶς νὰ ὑποδηλώνουν ἱστορικὰ προσδιορισμένους, καταργήσιμους καὶ καταργητέους διαχωρισμοὺς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων στὴ γλῶσσα τοῦ ἠθικοῦ οἰκουμενισμοῦ «ἄνθρωπος» σήμαινε πάντοτε κάτι εὐγενέστερο καὶ ὑψηλότερο σὲ σύγκριση μὲ λέξεις ὅπως Ἰουδαῖος καί Ἕλλην, χριστιανὸς καί ἐθνικός, λευκὸς ἤ μαῦρος, κομμουνιστὴς ἤ φιλελεύθερος. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ θὰ ἐκλείψουν ὅλες οἱ μερικὲς ἔννοιες, ὅσες ἔχουν κατὰ καιροὺς ἀντιπαρατεθεῖ στὴν καθολικὴ ἔννοια «ἄνθρωπος», ἡ λέξη «ἄνθρωπος» δὲν θὰ ἀποτελεῖ πιὰ ἐπίθετο, δηλ. δὲν θὰ ὑποδηλώνει πιὰ κάποια ἀνώτερη ἰδιότητα, παρὰ θὰ μετατραπεῖ σ’ ἕνα οὐσιαστικὸ ποὺ θὰ κατονομάζει ἁπλῶς ἕνα ὁρισμένο ζωικό εἶδος. Οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀποκαλοῦνται ὅλοι «ἄνθρωποι». Ἀκριβῶς ὅπως τὰ λιοντάρια λέγονται λιοντάρια καὶ τὰ ποντίκια-ποντίκια χωρὶς ἄλλον ἐθνικὸ ἤ ἰδεολογικὸ διαφορισμό. Ἴσως νὰ φαίνεται παράδοξο, ὅμως εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος ξεχώρισε ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ζωικὰ εἴδη ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἄνθρωπος καὶ μόνο, χωρὶς κανένα ἄλλο κατηγόρημα. Ὄχι μόνο γεννήθηκε ὁ πολιτισμὸς χάρη στὴν ὑπέρβαση τῆς γυμνῆς ἀνθρώπινης ἰδιότητας καὶ στὴ βαθμιαία ἀπόκτηση ἱστορικὰ προσδιορισμένων κατηγορημάτων, ἀλλὰ ἐπίσης οἱ ἀντιθέσεις καὶ οἱ ἀγῶνες ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους προσέλαβαν, χάρη ἀκριβῶς στὴν παρουσία καὶ στὴν ἐπήρεια τῶν κατηγορημάτων αὐτῶν, συναισθηματικὲς καὶ ἰδεολογικὲς διαστάσεις ποὺ πήγαιναν πολὺ παραπέρα ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ ζώου. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀποκλείεται ὅτι ἡ συρρίκνωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀνθρώπινη ἰδιότητά του καὶ μόνο θὰ ἐγκαινιάσει καὶ θὰ συνοδεύσει μιὰν ἐποχή, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θὰ εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ πολεμήσουν γιὰ ἀγαθὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα γιὰ τὴ στοιχειώδη ἐπιβίωση τοῦ ζωικοῦ εἴδους «ἄνθρωπος» -στὴ χειρότερη περίπτωση γιὰ ἀέρα καὶ νερό. Σύμφωνα μὲ ἕνα γνωστὸ παράδοξο τῆς ἱστορικῆς δραστηριότητας τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἐπιβολὴ τῆς οἰκουμενικῆς ἠθικῆς θὰ γεννήσει τότε συνέπειες ὁλότελα διαφορετικὲς ἀπὸ τὶς επιθυμούμενες.
Ἴσως περιττεύει νὰ διευκρινίσουμε κλείνοντας ὅτι οἱ σκέψεις αὐτὲς δὲν σημαίνουν πὼς ὁ οἰκουμενισμὸς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων φταίει γιὰ ὅλα τὰ κακὰ ἤ πὼς ἡ υἱοθέτηση ἑνὸς ἠθικοῦ σχετικισμοῦ θὰ ἦταν ἡ κατάλληλη λύση γιὰ τὶς μεγάλες ἀπορίες τῆς πλανητικῆς μας ἱστορίας. Τὰ πράγματα παίρνουν τὸν δρόμο τους, καὶ ὁ δρόμος αὐτὸς καθορίζεται ἀπὸ ἰδέες -μὲ τὴν ἔννοια αὐτοτελῶν δυνάμεων ποὺ παρεμβαίνουν ἀπὸ τὰ ἔξω σ’ ἕνα γίγνεσθαι κι εἶναι ἱκανὲς νὰ τὸ κατευθύνουν- πολὺ λιγότερο ἀπ’ ὅσο θέλουν νὰ πιστεύουν (ἤ ὅσο θέλουν νὰ κάμουν τοὺς ἄλλους νὰ πιστέψουν) οἱ παραγωγοὶ καὶ οἱ καταναλωτὲς ἰδεῶν. Ὡστόσο ἡ συντελούμενη ἐπικράτηση τοῦ οἰκουμενισμοῦ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένει ἐνδεικτικὴ γιὰ οὐσιώδεις πολιτικὲς ἐξελίξεις -καὶ καλύτερα νὰ σκέφτεται κανεὶς πάνω στὶς ἐξελίξεις αὐτὲς παρὰ νὰ μὴ σκέφτεται.
Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητικ πολιτικ μετ τὸν Ψυχρ Πόλεμο, ἐκδόσεις. Θεμέλιο, Ἀθήνα, 1992.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου