Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Γιατί κλείνουν οι μικρές επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης




Τα μικρά –έως πολύ μικρά- επιχειρηματικά μεγέθη, όταν αποτελούν βασικό κορμό της επιχειρηματικότητας, υπονομεύουν την ανάπτυξη της οικονομίας.

Τα αρνητικά στοιχεία στο ισοζύγιο εγγραφών – διαγραφών που ανακοίνωσε για το Α΄ εξάμηνο του 2018 το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης ήταν αναμενόμενα. Και να υπολογίσει κανείς ότι στο ΒΕΘ δεν ανήκουν μόνο οι βιοτεχνίες, αλλά και όλα τα επαγγέλματα που χρησιμοποιούν εργαλεία –ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, ψυκτικοί, κουρείς, κομμώτριες κ.λπ. Το ίδιο πάνω κάτω επί της ουσίας ισχύει τα τελευταία χρόνια και για τα άλλα δύο επιμελητήρια του νομού Θεσσαλονίκης (ΕΒΕΘ, ΕΕΘ).


Από την αρχή της κρίσης οι διαγραφές είναι περισσότερες από τις εγγραφές, καθώς οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και επαγγελματίες υποφέρουν από αναδουλειά και πολλοί κλείνουν. Εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν σε όλη την Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης, ενώ αυτές που ξεκίνησαν δραστηριότητα είναι πολύ λιγότερες, ίσως ούτε το 20%. Αλλά και από τους επιχειρηματίες που παραμένουν ενεργοί ένα σεβαστό ποσοστό απλά συντηρεί το ΑΦΜ μέχρι να φτάσει η ώρα της σύνταξης.

Αν και οι αριθμοί από μόνοι τους δεν λένε όλη την αλήθεια, ούτε πηγαίνουν σε βάθος, αναμφίβολα η μείωση των επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολούμενων συνιστά δυσάρεστη είδηση. Κυρίως διότι πίσω από κάθε λουκέτο «κρύβεται» ο αγώνας επιβίωσης κάποιων ανθρώπων, ολόκληρων οικογενειών. Αν ξεπεράσουμε αυτή την πολύ σοβαρή κοινωνική συνέπεια, για την οποία το οργανωμένο κοινωνικό κράτος έχει υποχρέωση να ενδιαφερθεί, η μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών μπορεί να αποτελεί ένα από τα ζητούμενα για την ελληνική οικονομία στη διαδρομή επιστροφής στην κανονικότητα.

Διότι ο υπερεπαγγελματισμός –δηλαδή ο κατά καιρούς συνωστισμός σε συγκεκριμένα επαγγέλματα- αποτελεί μία από τις βασικές στρεβλώσεις του αναπτυξιακού μοντέλου στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Η ουσιαστική έλλειψη ανταγωνισμού και κανόνων αγοράς δημιούργησαν συνθήκες ασφυξίας σε συγκεκριμένους κλάδους και μόνο χάρη στη φοροδιαφυγή, στη φοροαποφυγή, στη φοροκλοπή, στην εισφοροδιαφυγή, δηλαδή στη μαύρη οικονομία και στη γκρίζα εργασία, αλλά και στην αισχροκέρδεια κατάφεραν πολλοί να επιβιώσουν – ορισμένοι, μάλιστα, και να πλουτίσουν. Όσο το χρήμα έρεε στην πιάτσα όλοι βολεύονταν έστω και δια της πλαγίας.

Μόλις η κατανάλωση περιορίστηκε και οι έλεγχοι εντάθηκαν, τα περιθώρια ελιγμών στένεψαν σε βαθμό ασφυξίας. Όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός «όταν κάτι φυτευτεί στραβά θα μεγαλώσει και στραβά». Και για να φτιάξει πρέπει να ξεριζωθεί, θα συμπλήρωνε κάποιος που έχει το βλέμμα του στραμμένο στην επόμενη ημέρα. Σκληρή αλήθεια, αλλά η μόνο αλήθεια σε συνθήκες κανονικής αγοράς, δηλαδή σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού.

Μόλις πρόσφατα η γνωστή ελεγκτική και συμβουλευτική εταιρεία EY ανέφερε από τη Θεσσαλονίκη ότι με βάση έρευνα που πραγματοποίησε σε έναν μόνο μικρομεσαίο νομό της χώρας λειτουργούν 137 καταστήματα εμπορίας υποδημάτων. Για να εξηγηθεί με εμπορικούς και οικονομικούς όρους αυτή η εικόνα θα έπρεπε στη συγκεκριμένη περιοχή να κατοικούσαν άνθρωποι – σαρανταποδαρούσες, κάτι που δεν πιστοποιείται από κανένα στοιχείο.

Τα μικρά –έως πολύ μικρά- επιχειρηματικά μεγέθη, όταν αποτελούν βασικό κορμό της επιχειρηματικότητας, όπως συμβαίνει στη χώρα μας, υπονομεύουν την ανάπτυξη της οικονομίας. Όπως ακριβώς οι μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις εμποδίζουν συχνά την ανάδειξη της υπεραξίας των προϊόντων που παράγει η ευλογημένη ελληνική γη. Μόνο που αυτή η αλήθεια δεν αναδεικνύεται με την ένταση που πρέπει. Διατυπώνεται ως θεωρητική άποψη, που συνοδεύεται από την ευχή να αντιληφθούν αυτή την πραγματικότητα οι άμεσα εμπλεκόμενοι και να προχωρήσουν οικειοθελώς σε κινήσεις διόρθωσης –συνεργασίες, συνεταιρισμούς κ.λπ.

Κατά τα λοιπά τόσο οι επιχειρηματικές συλλογικότητες (Επιμελητήρια, Σύνδεσμοι κ.λπ.), όσο και οι πολιτικοί παράγοντες (πρωθυπουργοί, υπουργοί, κυβερνήσεις, αντιπολιτεύσεις κ.λπ.) συνήθως αναλώνονται σε ανεφάρμοστές, ανεδαφικές και τελικά μάταιες συζητήσεις που έχουν στον πυρήνα τους την επιθυμία «να σωθούμε όλοι μαζί». Κάτι που δεν γίνεται, διότι –πολύ απλά- δεν είναι δυνατόν.

Κάτι ανεδαφικό για το οποίο αναλώνονται δυνάμεις, ενέργεια και πόροι, ενώ λόγω των αρνητικών αποτελεσμάτων μιας αδιέξοδης τακτικής υπονομεύεται η ίδια η λειτουργία των συλλογικοτήτων. Ας μη μιλήσουμε για το πολιτικό σύστημα, το οποίο δεν λαμβάνει σοβαρές ενεργητικές αποφάσεις –με επιβραβεύσεις και ποινές- για να εξομαλύνει το τοπίο και να ισορροπήσει η κατάσταση σε νέο «σημείο βρασμού». Δεν είναι τυχαίο ότι χρόνο με το χρόνο η προσέλευση σε επιχειρηματικές και πολιτικές εκδηλώσεις για την οικονομία μειώνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις στα όρια του μηδενισμού.

Προφανώς στην Ελλάδα –και στη Θεσσαλονίκη- οι αυτοαπασχολούμενοι, οι άνθρωποι της αγοράς, οι έμποροι και οι επιχειρηματίες έχουν κουραστεί και είναι απογοητευμένοι. Αλλά κάποιος οφείλει να αναρωτηθεί γιατί δεν έχουν διάθεση να προσπαθήσουν, ούτε καν να ακούσουν. Αν υπάρχουν λόγοι πέραν της αντικειμενικά κακής κατάστασης που βιώνει η οικονομία σχεδόν δέκα χρόνια τώρα.      

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΝΗΚΕΙ:
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου